Η Γαλλία ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη δημόσια εικόνα της συλλογικής δράσης
Στη γαλλική πολιτική ιστορία, η δημόσια διαμαρτυρία συνδέεται με κοινωνικές συγκρούσεις, διεκδικήσεις και μεταβολές. Η Γαλλική Επανάσταση, ο Μάης του 1968 και οι μεταγενέστερες κινητοποιήσεις αποτελούν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, τις οποίες η αναφορά σε μια ενιαία «επαναστατική παράδοση» κινδυνεύει να εξομοιώσει. Η επανάληψη ορισμένων μορφών δράσης δεν συνεπάγεται την επανάληψη των ίδιων πολιτικών συνθηκών. Μια απεργία, μια διαδήλωση και μια εξέγερση χρειάζονται διαφορετική περιγραφή και ερμηνεία, ακόμη και όταν οι εικόνες τους παρουσιάζουν ομοιότητες. Η διάκριση έχει σημασία όταν εξετάζουμε, για παράδειγμα, τα Κίτρινα Γιλέκα, που εμφανίστηκαν τον Νοέμβριο του 2018, ή τις κινητοποιήσεις κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του 2023. Οι περιπτώσεις αυτές προσφέρουν συγκεκριμένα σημεία αναφοράς για τη σχέση κοινωνικής διεκδίκησης, πολιτικής εκπροσώπησης και δημόσιας προβολής.[1]
Η πραγματικότητα της διαμαρτυρίας και η δημόσια αναπαράστασή της συνδέονται στενά, χωρίς όμως να ταυτίζονται. Μια διαδήλωση μπορεί να περιλαμβάνει χιλιάδες ανθρώπους με συγκεκριμένα αιτήματα και, παρόλα αυτά, να γίνει γνωστή κυρίως μέσα από λίγες εικόνες σύγκρουσης. Η επιλογή αυτών των εικόνων θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα. Ποια χαρακτηριστικά της κινητοποίησης γίνονται ορατά και ποια παραμένουν εκτός κάδρου; Χρειάζεται, επομένως, να εξετάσουμε χωριστά τις συνθήκες που οδηγούν στη διαμαρτυρία, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται και τις συνέπειές της. Η ένταση της δημόσιας εικόνας δεν αρκεί για να συναγάγουμε ούτε τα κίνητρα των συμμετεχόντων ούτε την πολιτική αποτελεσματικότητα της δράσης τους.
Η πολιτική εκπροσώπηση
Η απόδοση των κοινωνικών κινητοποιήσεων σε μια ιδιαίτερη γαλλική προδιάθεση προς την εξέγερση παρακάμπτει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται. Οι κινητοποιήσεις συγκροτούνται γύρω από συγκεκριμένες αποφάσεις και κοινωνικές αντιθέσεις, μέσα σε θεσμικές δομές που επιτρέπουν ορισμένες μορφές παρέμβασης και περιορίζουν άλλες. Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2023 προσφέρει ένα σαφές παράδειγμα. Στις 16 Μαρτίου η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το άρθρο 49 παράγραφος 3 του γαλλικού Συντάγματος. Η διαδικασία επέτρεπε την υιοθέτηση του κειμένου χωρίς ψηφοφορία επί του νομοσχεδίου στην Εθνοσυνέλευση, εφόσον δεν υπερψηφιζόταν πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης. Οι δύο προτάσεις δυσπιστίας απορρίφθηκαν στις 20 Μαρτίου.[2] Η συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπει να εξετάσουμε τόσο το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης όσο και τον τρόπο λήψης της απόφασης. Η αξιολόγηση της δημοκρατικής σημασίας αυτής της διαδικασίας απαιτεί να συνεκτιμηθούν η κοινοβουλευτική συζήτηση, η κοινωνική διαβούλευση και τα αιτήματα των κινητοποιήσεων.Το έργο του Pierre Rosanvallon για τη δημοκρατική δυσπιστία βοηθά να εξετάσουμε αυτή τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική διαμαρτυρία και την πολιτική εκπροσώπηση. Στο Counter-Democracy εξετάζονται μορφές ελέγχου των κυβερνώντων πέρα από την εκλογική διαδικασία. Σε αυτές περιλαμβάνονται η επιτήρηση της εξουσίας, η παρεμπόδιση αποφάσεων και η δημόσια κρίση για την άσκησή της.[3] Υπό αυτή την οπτική, η δυσπιστία μπορεί να αποτελεί διάσταση της δημοκρατικής συμμετοχής, όταν συνδέεται με πρακτικές ελέγχου και λογοδοσίας. Η συχνότητα των διαδηλώσεων, ωστόσο, δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε τη δημοκρατική ζωτικότητα ούτε τη θεσμική αποτυχία μιας κοινωνίας. Για να αξιολογηθεί η πολιτική τους σημασία χρειάζεται να εξεταστούν οι αιτίες τους, οι δυνατότητες δημόσιου διαλόγου και η ανταπόκριση των θεσμών. Παραμένει επίσης ανοικτό το ζήτημα του ποιοι συμμετέχουν και ποιες κοινωνικές ομάδες δυσκολεύονται να εκπροσωπηθούν.
Η επίκληση της ιστορίας
Η σύνδεση των σύγχρονων γαλλικών κινητοποιήσεων με τη Γαλλική Επανάσταση ή τον Μάη του 1968 προσφέρει ένα άμεσα αναγνωρίσιμο ιστορικό πλαίσιο. Οι αναλογίες αυτές χρειάζονται, όμως, εξέταση ως προς τη συγκρότηση των κοινωνικών ομάδων, την πολιτική οργάνωση και τις επιδιώξεις τους. Διαφορές υπάρχουν και στο εσωτερικό του ίδιου κινήματος. Η επιτόπια έρευνα του Collectif d’enquête sur les Gilets jaunes, με ερωτηματολόγια που χορηγήθηκαν από τον Νοέμβριο του 2018 έως τον Μάρτιο του 2019, κατέγραψε συμμετοχή τμημάτων των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων, συνύπαρξη ανθρώπων χωρίς προηγούμενη κινηματική εμπειρία και έμπειρων ακτιβιστών, καθώς και διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο συμμετοχής.[4] Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη να εξετάζουμε ποιοι συγκροτούν μια κινητοποίηση και πώς αυτή μεταβάλλεται, αντί να της αποδίδουμε ενιαία κοινωνική ταυτότητα.Η ιστορική μνήμη δεν είναι αδιάφορη για την πολιτική δράση. Τα σύμβολα, τα συνθήματα και οι αναφορές σε προηγούμενους αγώνες μπορούν να προσφέρουν ένα κοινό πλαίσιο αναγνώρισης. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται η συμβολική επίκληση του παρελθόντος με την επανάληψη των συνθηκών που το παρήγαγαν. Μια φωτογραφία οδοφράγματος στο σύγχρονο Παρίσι μπορεί να παραπέμπει σε εικόνες του 1968. Η ομοιότητα αυτή δεν αρκεί για να αποδείξει ότι τα δύο γεγονότα έχουν αντίστοιχες αιτίες, επιδιώξεις ή συνέπειες. Η οπτική αναγνωρισιμότητα διευκολύνει τη σύνδεση με το παρελθόν, αλλά μπορεί να περιορίσει την κατανόηση όταν υποκαθιστά την ιστορική σύγκριση.
Η εικόνα στον δημόσιο χώρο
Ο Guy Debord, στην Κοινωνία του θεάματος, εξετάζει τις εικόνες ως μεσολαβήσεις των κοινωνικών σχέσεων. Η έννοια του θεάματος εντάσσεται στην κριτική του για την καπιταλιστική παραγωγή, την εμπορευματική οργάνωση της ζωής και την αποξένωση των ανθρώπων από τη δραστηριότητά τους.[5] Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, το ερώτημα αφορά τους όρους με τους οποίους η ανθρώπινη δραστηριότητα μετατρέπεται σε κάτι που οι άνθρωποι παρακολουθούν ως εξωτερικό προς αυτούς. Για την πολιτική διαμαρτυρία, αυτό κατευθύνει την προσοχή στη σχέση ανάμεσα στην εμπειρία των συμμετεχόντων και στη μορφή με την οποία η δράση τους παρουσιάζεται στο κοινό. Οι Douglas McLeod και Benjamin Detenber εξέτασαν πειραματικά την επίδραση διαφορετικών τηλεοπτικών παρουσιάσεων μιας διαμαρτυρίας. Διαπίστωσαν ότι η παρουσίαση που υποστήριζε περισσότερο την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων επηρέαζε τις αξιολογήσεις των θεατών, οδηγώντας σε δυσμενέστερη στάση προς τους διαδηλωτές και λιγότερο επικριτική στάση προς την αστυνομία.[6] Πρόκειται για μελέτη του 1999 σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό περιβάλλον, με όρια ως προς τη γενίκευση στη σημερινή Γαλλία και στα ψηφιακά μέσα. Υποστηρίζει, πάντως, τη διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στον τρόπο παρουσίασής του. Μια εικόνα σύγκρουσης μπορεί να ενταχθεί σε διαφορετικές αφηγήσεις, ανάλογα με τη λεζάντα, τις εξηγήσεις που τη συνοδεύουν και τα γεγονότα που αποσιωπώνται. Οι πραγματικές συνέπειες μιας σύγκρουσης παραμένουν, αλλά η δημόσια πρόσληψή της επηρεάζεται από αυτή την επιλογή και πλαισίωση.. Η σχέση γίνεται συνθετότερη όταν η προσδοκία της δημοσιότητας ενσωματώνεται στον σχεδιασμό μιας δράσης. Η εικόνα δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα της πράξης. Μπορεί να γίνει και κίνητρό της. Η δυνατότητα αυτή αφορά, για παράδειγμα, την επιλογή ενός συμβολικού τόπου ή μιας μορφής διαμαρτυρίας με σκοπό να καταστήσει ένα αίτημα ορατό. Το αν και σε ποιον βαθμό επηρεάζει συγκεκριμένες ενέργειες χρειάζεται χωριστή διερεύνηση, με στοιχεία για τον σχεδιασμό και τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων. Η διαπίστωση ότι μια εικόνα επηρεάζει το κοινό δεν αποδεικνύει ότι η επιδίωξη αυτής της επίδρασης προκάλεσε την πράξη που απεικονίζεται. Πολύ περισσότερο, δεν αρκεί για να αποδώσουμε σε μια βίαιη ενέργεια ως κίνητρο την αναζήτηση δημοσιότητας.
Βία και ευθύνη
Οι μαζικές κινητοποιήσεις συγκεντρώνουν ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις, κοινωνικές εμπειρίες και αντιλήψεις για τις θεμιτές μορφές δράσης. Η συνύπαρξή τους στον ίδιο δημόσιο χώρο δεν συνεπάγεται κοινότητα κινήτρων ή ευθύνης. Η ειρηνική διαμαρτυρία, η πολιτική ανυπακοή, οι επιθέσεις κατά προσώπων και οι καταστροφές περιουσίας χρειάζονται διακριτή εξέταση. Για την απόδοση ευθύνης απαιτούνται στοιχεία για τους δράστες και την αλληλουχία των γεγονότων. Η ύπαρξη βίαιων ενεργειών δεν ακυρώνει αυτομάτως τα κοινωνικά αιτήματα μιας κινητοποίησης. Αντίστοιχα, η ύπαρξη θεμιτών αιτημάτων δεν απαλλάσσει από την αξιολόγηση συγκεκριμένων πράξεων και των συνεπειών τους.Στην ίδια ανάλυση χρειάζεται να συμπεριλαμβάνεται η χρήση βίας από τις κρατικές αρχές, με συνεκτίμηση της ιδιαίτερης θεσμικής τους ευθύνης. Η έκθεση της Επιτροπής Παρακολούθησης της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Γαλλία, τον Σεπτέμβριο του 2023, κατέγραψε αναφορές δυσανάλογης αστυνομικής βίας στις κινητοποιήσεις για το συνταξιοδοτικό και ανησυχίες για τις συνθήκες άσκησης της ελευθερίας συνάθροισης.[1] Οι αναφορές αυτές δεν αποδίδουν αυτομάτως ευθύνη για κάθε περιστατικό, καθιστούν όμως ανεπαρκή μια περιγραφή που αντιμετωπίζει τη βία αποκλειστικά ως χαρακτηριστικό των διαδηλωτών. Η διερεύνηση οφείλει να εξετάζει τις ενέργειες των εμπλεκομένων, τις συνθήκες κλιμάκωσης και τις διαδικασίες λογοδοσίας.
Η Hannah Arendt, στο On Violence, διακρίνει την πολιτική ισχύ (power), που συνδέει με την ικανότητα των ανθρώπων να δρουν από κοινού, από τον εργαλειακό χαρακτήρα της βίας.[7] Η διάκριση προσφέρει ένα κριτήριο για να σκεφτούμε τη διαφορά ανάμεσα στην ικανότητα επιβολής και στη διατήρηση συλλογικής πολιτικής δράσης. Δεν συνιστά εμπειρικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο κάθε βίαιη πράξη αποτυγχάνει πολιτικά. Μια τέτοια πράξη μπορεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από τα αιτήματα προς την ασφάλεια, αλλά η επίδρασή της εξαρτάται από τις περιστάσεις, την αντίδραση των θεσμών και τον τρόπο παρουσίασής της. Η μεγάλη δημοσιότητα, από μόνη της, δεν επιτρέπει να κρίνουμε το αποτέλεσμα.
Η συμμετοχή ως εμπειρία
Η συλλογική πολιτική δράση αποτελεί και εμπειρία κοινωνικής συμμετοχής και συγκρότησης ταυτοτήτων. Η υποκειμενική της σημασία μπορεί να διερευνηθεί χωρίς να αποδίδουμε αυθαίρετα ασυνείδητα κίνητρα στους συμμετέχοντες. Η μετααναλυτική σύνθεση των Martijn van Zomeren, Tom Postmes και Russell Spears συνέδεσε τη συλλογική δράση με την αντιλαμβανόμενη αδικία, την πεποίθηση ότι η ομάδα μπορεί να επιτύχει αλλαγή και την κοινωνική ταυτότητα.[8] Η αίσθηση ότι κάποιος ανήκει σε μια ομάδα με κοινές διεκδικήσεις αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της συμμετοχής. Τα ευρήματα αυτά προέρχονται από διαφορετικά ερευνητικά περιβάλλοντα και δεν αποτελούν διάγνωση των κινήτρων ενός συγκεκριμένου γαλλικού κινήματος.Το κοινωνικό αίτημα και η προσωπική σημασία της συμμετοχής μπορούν να συνυπάρχουν. Ένας άνθρωπος μπορεί να διεκδικεί μια συγκεκριμένη αλλαγή και συγχρόνως να βιώνει τη συμμετοχή ως εμπειρία αναγνώρισης ή κοινής δράσης. Η αναγνώριση αυτής της δυνατότητας δεν επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε μια κινητοποίηση ως ψυχολογικό σύμπτωμα. Για να κατανοήσουμε τι σημαίνει η συμμετοχή για τους ίδιους τους ανθρώπους χρειάζεται να εξετάσουμε όσα αναφέρουν, τις διαδρομές τους και τις σχέσεις που αναπτύσσουν. Η ψυχολογική έρευνα έχει εδώ θέση, εφόσον συνδέεται με τις κοινωνικές συνθήκες και δεν χρησιμοποιείται για να τις παρακάμψει.
Η αποτίμηση μιας κινητοποίησης
Η δημόσια ορατότητα μιας κινητοποίησης δεν αποτελεί ασφαλές μέτρο της αποτελεσματικότητάς της. Η ένταση των γεγονότων, η έκταση της συμμετοχής και η δημοσιότητα που αποκτούν δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με το εύρος των θεσμικών ή κοινωνικών μεταβολών που ακολουθούν. Στην περίπτωση του συνταξιοδοτικού το 2023, ο νόμος της 14ης Απριλίου δημοσιεύθηκε στη γαλλική Επίσημη Εφημερίδα στις 15 Απριλίου, παρά τις κινητοποιήσεις.[2] Οι κινητοποιήσεις δεν απέτρεψαν, συνεπώς, τη θέσπιση της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης. Αυτό δεν αρκεί, ωστόσο, για μια συνολική αποτίμηση των συνεπειών της κινητοποίησης, οι οποίες θα έπρεπε να εξεταστούν και ως προς τη συνδικαλιστική οργάνωση, τις πολιτικές συμμαχίες ή τη μεταγενέστερη δημόσια συζήτηση.
Η αποτίμηση απαιτεί να ορίσουμε τι εξετάζουμε και σε ποιο χρονικό ορίζοντα. Διαφορετικό ερώτημα είναι αν ανακλήθηκε μια απόφαση, διαφορετικό αν συγκροτήθηκαν σταθερά δίκτυα συμμετοχής και διαφορετικό αν μεταβλήθηκε η δημόσια κατανόηση ενός προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση χρειάζονται στοιχεία που να συνδέουν την κινητοποίηση με την παρατηρούμενη μεταβολή. Η χρονική διαδοχή δεν αρκεί για να αποδείξει αιτιώδη σχέση. Η στιγμή της σύγκρουσης αποτελεί ένα τμήμα της διαδικασίας. Η οργάνωση που προηγείται, οι διαπραγματεύσεις που ακολουθούν και η διατήρηση της συμμετοχής είναι επίσης κρίσιμα αντικείμενα εξέτασης, ακόμη και όταν προσφέρονται λιγότερο για εντυπωσιακή απεικόνιση.
Η εικόνα μιας διαμαρτυρίας αποτελεί μέρος του πολιτικού γεγονότος. Επηρεάζει ποια αιτήματα γίνονται γνωστά, πώς παρουσιάζονται οι εμπλεκόμενοι και σε ποιες πλευρές της σύγκρουσης στρέφεται η προσοχή. Μπορεί να καταστήσει ορατές εμπειρίες που διαφορετικά θα παρέμεναν στο περιθώριο ή να περιορίσει ένα σύνθετο γεγονός σε μια σκηνή βίας. Το ζητούμενο είναι να εξετάζουμε αυτή τη σχέση μαζί με τις συνθήκες της κινητοποίησης και τα αποτελέσματά της. Η γαλλική περίπτωση χρειάζεται να μελετάται στις διαφορές των κινημάτων και στις συγκεκριμένες συγκρούσεις τους με την πολιτική εξουσία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι μας επιτρέπει μια εικόνα να γνωρίσουμε για αυτές τις σχέσεις και τι χρειάζεται ακόμη να ερευνήσουμε πέρα από όσα δείχνει.
Βιβλιογραφία
[1] Parliamentary Assembly of the Council of Europe, Monitoring Committee. (2023, 25 Σεπτεμβρίου). The honouring of membership obligations to the Council of Europe by France. Doc. 15833, αιτιολογική έκθεση, παρ. 19, 34-35. Έκθεση.
[2] Assemblée nationale. (2023). Projet de loi de financement rectificative de la sécurité sociale pour 2023. Νομοθετικός φάκελος. Άρθρο 49 παρ. 3 στις 16 Μαρτίου και απόρριψη των προτάσεων δυσπιστίας στις 20 Μαρτίου. Νόμος 2023-270 της 14ης Απριλίου, δημοσιευμένος στο Journal officiel της 15ης Απριλίου 2023. Νομοθετική πορεία.
[3] Rosanvallon, P. (2008). Counter-Democracy. Politics in an Age of Distrust (A. Goldhammer, μτφρ.). Cambridge University Press. Ιδίως «The people as judge», σ. 191-194. Κεφάλαιο.
[4] Collectif d’enquête sur les Gilets jaunes. (2019). Enquêter in situ par questionnaire sur une mobilisation. Une étude sur les gilets jaunes. Revue française de science politique, 69(5-6), 869-892. doi.org/10.3917/rfsp.695.0869
[5] Debord, G. (1992). La société du spectacle. Gallimard. Πρώτη έκδοση 1967. Ιδίως θέσεις 4, 6, 30 και 34. Κείμενο της έκδοσης.
[6] McLeod, D. M., & Detenber, B. H. (1999). Framing effects of television news coverage of social protest. Journal of Communication, 49(3), 3-23. doi.org/10.1111/j.1460-2466.1999.tb02802.x
[7] Arendt, H. (1970). On Violence. Harcourt, Brace & World. Ιδίως σ. 44-45, για τη διάκριση ισχύος και βίας.
[8] van Zomeren, M., Postmes, T., & Spears, R. (2008). Toward an integrative social identity model of collective action. A quantitative research synthesis of three socio-psychological perspectives. Psychological Bulletin, 134(4), 504-535. doi.org/10.1037/0033-2909.134.4.504
