Μια εις βάθος ανάλυση των πτυχών του φαινομένου
Η λέξη που χρησιμοποιείται για τα πάντα και άρα κινδυνεύει να μη σημαίνει τίποτα
Λίγες έννοιες έχουν υποστεί τόσο εκτεταμένη χρήση και ταυτόχρονα τόση εννοιολογική φθορά όσο η διαστροφή. Στον δημόσιο λόγο, η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει εγκλήματα, σεξουαλικές πρακτικές, σχέσεις εξουσίας, πολιτικές αποφάσεις, μορφές βίας, ακόμη και καθημερινές συμπεριφορές που προκαλούν αποστροφή ή ηθική αγανάκτηση. Ένας βιαστής χαρακτηρίζεται διεστραμμένος, αλλά το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για έναν σαδιστικό εργοδότη, έναν χειριστικό σύντροφο ή έναν άνθρωπο με ασυνήθιστες ερωτικές προτιμήσεις. Η ίδια λέξη καλείται έτσι να περιγράψει φαινόμενα τόσο διαφορετικά, ώστε σταδιακά χάνει την ερμηνευτική της ακρίβεια.
Η σύγχυση αυτή δεν είναι τυχαία. Η διαστροφή βρίσκεται στο σημείο συνάντησης διαφορετικών πεδίων γνώσης, τα οποία συχνά χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Η θρησκεία μίλησε για διαστροφή ως ηθική εκτροπή. Το δίκαιο ενδιαφέρθηκε για πράξεις που παραβιάζουν δικαιώματα και ελευθερίες. Η ψυχιατρική επιχείρησε να ταξινομήσει συμπεριφορές και επιθυμίες. Η ψυχανάλυση στράφηκε προς την εσωτερική οργάνωση του υποκειμένου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό σχετίζεται με την επιθυμία, τον νόμο και την απόλαυση. Έτσι, πίσω από μια φαινομενικά κοινή λέξη κρύβονται συχνά διαφορετικά ερωτήματα, διαφορετικές θεωρητικές παραδόσεις και διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης.
Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η διαστροφή αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη κατηγορία. Συχνά μιλούμε για αυτήν σαν να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τι είναι, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούμε τον όρο για να ονοματίσουμε οτιδήποτε μας ξενίζει, μας σοκάρει ή μας φέρνει αντιμέτωπους με τα όρια της δικής μας κανονικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η έννοια κινδυνεύει να μετατραπεί περισσότερο σε έκφραση αποδοκιμασίας παρά σε εργαλείο κατανόησης.
Ίσως λοιπόν το πρώτο βήμα δεν είναι να αναζητήσουμε ποιες συμπεριφορές αξίζουν τον χαρακτηρισμό της διαστροφής, αλλά να αναρωτηθούμε τι ακριβώς προσπαθούμε να περιγράψουμε όταν χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη. Τι κοινό μπορεί να συνδέει τόσο ετερογενή φαινόμενα; Γιατί ορισμένες μορφές συμπεριφοράς μάς οδηγούν αυθόρμητα σε αυτόν τον χαρακτηρισμό, ενώ άλλες όχι; Μήπως ο πυρήνας της διαστροφής δεν βρίσκεται τελικά στο περιεχόμενο μιας πράξης, αλλά σε έναν ιδιαίτερο τρόπο σχέσης με το όριο, τον νόμο, την επιθυμία και τον Άλλο;
Αυτά τα ερωτήματα δεν αποτελούν απλώς θεωρητικές απορίες. Αγγίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη επιθυμία, την ελευθερία, την εξουσία και τα όρια της συμβίωσης. Για τον λόγο αυτό, κάθε σοβαρή συζήτηση περί διαστροφής οφείλει να ξεκινήσει όχι από τις απαντήσεις, αλλά από την προσεκτική αποσαφήνιση του ίδιου του ερωτήματος.
Τι δεν είναι διαστροφή
Κάθε προσπάθεια κατανόησης της διαστροφής προσκρούει εξαρχής σε ένα παράδοξο. Ενώ ο όρος χρησιμοποιείται συχνά με βεβαιότητα, η σημασία του παραμένει εξαιρετικά ασαφής. Ίσως λοιπόν η πιο ασφαλής αφετηρία να μην είναι ο ορισμός της διαστροφής, αλλά η αποσαφήνιση όσων λανθασμένα συγχέονται με αυτήν. Η διάκριση αυτή, δεν αποτελεί απλή θεωρητική άσκηση, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αποφύγουμε τόσο την παθολογικοποίηση της ανθρώπινης διαφορετικότητας όσο και την επιφανειακή χρήση ενός σύνθετου επιστημονικού όρου.
Καταρχάς, η διαστροφή δεν ταυτίζεται με το ασυνήθιστο. Η ανθρώπινη επιθυμία εμφανίζει τεράστια ποικιλομορφία ως προς τα αντικείμενα, τις φαντασιώσεις και τους τρόπους έκφρασής της. Το γεγονός ότι μια επιθυμία αποκλίνει από τον στατιστικό μέσο όρο ή από τις κυρίαρχες κοινωνικές προσδοκίες δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί διαστροφική. Η ιστορία της ψυχιατρικής είναι γεμάτη παραδείγματα συμπεριφορών που κάποτε θεωρήθηκαν παθολογικές και αργότερα έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως τέτοιες. Η απόκλιση από τον κανόνα δεν συνιστά από μόνη της ψυχοπαθολογία.
Εξίσου προβληματική είναι η ταύτιση της διαστροφής με την ανηθικότητα. Μια πράξη μπορεί να θεωρείται ηθικά επιλήψιμη χωρίς να προϋποθέτει διαστροφική οργάνωση της προσωπικότητας. Αντίστροφα, η παρουσία διαστροφικών μηχανισμών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην εγκληματική ή βίαιη συμπεριφορά. Η ηθική αξιολόγηση αφορά το εάν μια πράξη είναι σωστή ή λανθασμένη σύμφωνα με συγκεκριμένα αξιακά κριτήρια. Η ψυχολογική ανάλυση διερευνά διαφορετικά ερωτήματα, που αφορούν τη λειτουργία της επιθυμίας, τις άμυνες του υποκειμένου και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η σχέση με τους άλλους.
Η διαστροφή δεν ταυτίζεται ούτε με την παρανομία. Υπάρχουν εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται για οικονομικό όφελος, από φόβο, εκδίκηση, απελπισία ή ιδεολογική στράτευση, χωρίς να σχετίζονται με διαστροφικούς μηχανισμούς. Αντίστοιχα, μπορεί να υπάρχουν διαστροφικές μορφές σχέσης οι οποίες δεν παραβιάζουν κανέναν νόμο. Η νομική και η ψυχολογική κατηγορία δεν συμπίπτουν αναγκαστικά.
Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση προκαλεί η ταύτιση της διαστροφής με τις παραφιλίες. Η σύγχρονη κλινική πρακτική έχει εγκαταλείψει την αντίληψη ότι κάθε μη συμβατική σεξουαλική προτίμηση συνιστά ψυχική διαταραχή. Ένα άτομο μπορεί να διαθέτει ασυνήθιστες ερωτικές φαντασιώσεις ή πρακτικές, χωρίς αυτές να προκαλούν βλάβη στον ίδιο ή σε άλλους και χωρίς να συγκροτούν διαστροφική δομή προσωπικότητας. Αντίστροφα, ένα άτομο μπορεί να εμφανίζει έντονα διαστροφικά χαρακτηριστικά διατηρώντας μια κατά τα άλλα απολύτως συμβατική σεξουαλική ζωή. Το αντικείμενο της επιθυμίας και η δομή της επιθυμίας δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Τέλος, η διαστροφή δεν πρέπει να συγχέεται με τη βία. Αν και ορισμένες διαστροφικές μορφές μπορεί να περιλαμβάνουν επιθετικότητα ή εξουσιαστική διάσταση, η βία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Αυτό που φαίνεται να διαφοροποιεί τη διαστροφή από άλλες μορφές επιθετικότητας δεν είναι απλώς η πρόκληση βλάβης, αλλά ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο η βλάβη, το όριο, η απαγόρευση ή η θέση του άλλου εντάσσονται στην οικονομία της απόλαυσης.
Ίσως λοιπόν το βασικό συμπέρασμα αυτού του σταδίου είναι ότι η διαστροφή δεν μπορεί να οριστεί αρνητικά ως οτιδήποτε αποκλίνει από τον κανόνα. Δεν είναι συνώνυμη της διαφορετικότητας, της ανηθικότητας, της παρανομίας, της παραφιλίας ή της βίας. Εάν υπάρχει ένας κοινός πυρήνας που δικαιολογεί τη χρήση του όρου, αυτός πρέπει να αναζητηθεί βαθύτερα, στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, το όριο και τον Άλλο. Και ακριβώς εκεί θα στραφούμε στη συνέχεια, εξετάζοντας πώς η ψυχιατρική και κυρίως η ψυχαναλυτική σκέψη επιχείρησαν να κατανοήσουν αυτό το αινιγματικό φαινόμενο.
Μέχρι αυτό το σημείο έχουμε αποκλείσει μια σειρά από συνηθισμένες παρανοήσεις. Η διαστροφή δεν ταυτίζεται με την ιδιαιτερότητα, την ανηθικότητα, την παρανομία, τη βία ή τις μη συμβατικές μορφές σεξουαλικής έκφρασης. Ωστόσο, η απομάκρυνση αυτών των συγχύσεων μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα. Αν η διαστροφή δεν βρίσκεται πρωτίστως στο περιεχόμενο μιας πράξης, τότε πού ακριβώς βρίσκεται;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν αναλογιστούμε ότι πολλά από τα φαινόμενα που κατά καιρούς χαρακτηρίστηκαν ως διαστροφικά φαίνεται να έχουν ένα κοινό στοιχείο. Δεν αφορούν απλώς την επιθυμία ενός αντικειμένου, αλλά μια ιδιαίτερη σχέση με την απαγόρευση, το όριο ή την υπέρβασή του. Συχνά η ένταση της επιθυμίας δεν αυξάνεται παρά τη δυσκολία ή την απαγόρευση, αλλά εξαιτίας αυτής. Το απαγορευμένο δεν λειτουργεί μόνο ως εμπόδιο. Μπορεί να λειτουργεί και ως πηγή έλξης.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στη σεξουαλικότητα. Είναι ορατό στην καθημερινή ζωή, στις σχέσεις, στην άσκηση εξουσίας, ακόμη και στις κοινωνικές δομές. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιδιώκει κάτι επειδή το επιθυμεί. Μπορεί όμως να το επιδιώκει ακριβώς επειδή δεν επιτρέπεται, επειδή ανήκει σε κάποιον άλλον, επειδή ενέχει κίνδυνο ή επειδή παραβιάζει έναν κανόνα. Στη δεύτερη περίπτωση, η απόλαυση φαίνεται να μετατοπίζεται σταδιακά από το αντικείμενο προς την ίδια τη σχέση με το όριο.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, διότι ίσως εδώ βρίσκεται ο κοινός παρονομαστής πολλών φαινομένων που ονομάστηκαν διαστροφή. Όχι στο τι επιθυμεί κάποιος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η επιθυμία του συνδέεται με τον νόμο, την απαγόρευση, την υπέρβαση και τον Άλλο. Η διαστροφή, υπό αυτή την έννοια, δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί ως μια απλή κατηγορία συμπεριφορών. Θα έπρεπε να εξεταστεί ως ένας ιδιαίτερος τρόπος οργάνωσης της απόλαυσης.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η συμβολή της ψυχαναλυτικής σκέψης. Διότι ενώ η ψυχιατρική ενδιαφέρθηκε κυρίως για τις πράξεις και τις συνέπειές τους, η ψυχανάλυση επιχείρησε να απαντήσει σε ένα βαθύτερο ερώτημα. Γιατί ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν περιορίζεται πάντοτε στην αναζήτηση της ικανοποίησης, αλλά μερικές φορές φαίνεται να αναζητά το ίδιο το όριο που την εμποδίζει;
Η έλξη του απαγορευμένου δεν είναι ακόμη διαστροφή
Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο οι περισσότερες θεωρίες περί διαστροφής κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε σύγχυση, αυτό είναι η σχέση ανάμεσα στην έλξη του απαγορευμένου και στη διαστροφή. Η σύνδεση φαίνεται αυτονόητη. Πολλές συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται ως διαστροφικές περιλαμβάνουν την υπέρβαση ενός ορίου, την παραβίαση μιας απαγόρευσης ή την αναζήτηση εμπειριών που βρίσκονται έξω από το κοινωνικά αποδεκτό πλαίσιο. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή είναι παραπλανητικά απλή. Αν η διαστροφή ταυτιζόταν με την έλξη προς το απαγορευμένο, τότε θα έπρεπε να θεωρήσουμε σχεδόν κάθε άνθρωπο διεστραμμένο.
Η ανθρώπινη επιθυμία δεν αναπτύσσεται σε συνθήκες απεριόριστης ελευθερίας. Από τα πρώτα στάδια της ζωής, το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με όρια, ματαιώσεις και απαγορεύσεις. Ορισμένα πράγματα επιτρέπονται και άλλα όχι. Ορισμένες επιθυμίες μπορούν να ικανοποιηθούν και άλλες πρέπει να αναβληθούν ή να μετασχηματιστούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το απαγορευμένο αποκτά συχνά ιδιαίτερη ψυχική βαρύτητα. Η περιέργεια απέναντι σε ό,τι απαγορεύεται, η φαντασίωση της υπέρβασης και η γοητεία του μη διαθέσιμου δεν αποτελούν εξαιρέσεις της ανθρώπινης ψυχικής ζωής. Αποτελούν μέρος της.
Η καθημερινή εμπειρία προσφέρει αμέτρητα παραδείγματα. Συχνά επιθυμούμε περισσότερο κάτι όταν κινδυνεύουμε να το χάσουμε. Ενδιαφερόμαστε για ό,τι δεν είναι εύκολα προσβάσιμο. Γοητευόμαστε από το μυστικό, το άγνωστο, το αβέβαιο. Ακόμη και οι κοινωνίες οργανώνουν μεγάλο μέρος της συμβολικής τους ζωής γύρω από όρια, απαγορεύσεις και τελετουργίες υπέρβασής τους. Τίποτα από αυτά δεν συνιστά από μόνο του διαστροφή. Αντίθετα, αποτελούν χαρακτηριστικά της συνηθισμένης ανθρώπινης συνθήκης.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος έλκεται από το όριο. Το ερώτημα είναι τι θέση καταλαμβάνει το όριο στην οικονομία της επιθυμίας και της απόλαυσής του. Για τους περισσότερους ανθρώπους το όριο λειτουργεί ως πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώνεται η επιθυμία. Η απαγόρευση μπορεί να εντείνει την επιθυμία, αλλά το επίκεντρο παραμένει το αντικείμενό της. Το όριο είναι η συνθήκη. Δεν είναι ο τελικός σκοπός.
Η εικόνα φαίνεται να αλλάζει όταν η σχέση αυτή αντιστρέφεται. Σε ορισμένες μορφές ψυχικής οργάνωσης, η υπέρβαση, η δοκιμασία ή ακόμη και η σκηνοθεσία του ορίου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η απόλαυση δεν αντλείται μόνο από το αντικείμενο που επιθυμείται, αλλά από τη σχέση με την απαγόρευση που το περιβάλλει. Το όριο παύει να αποτελεί απλώς το πλαίσιο της επιθυμίας και μετατρέπεται σε προνομιακό τόπο παραγωγής της απόλαυσης.
Η παρατήρηση αυτή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί η διαστροφή δεν μπορεί να οριστεί από το περιεχόμενο μιας πράξης. Δύο άνθρωποι μπορεί να προβούν στην ίδια ακριβώς συμπεριφορά και παρ’ όλα αυτά η ψυχική λειτουργία που υπηρετεί η πράξη να είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι μόνο τι συμβαίνει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο επενδύει ψυχικά αυτό που συμβαίνει. Η ίδια πράξη μπορεί να εκφράζει αγάπη, περιέργεια, επιθετικότητα, ανάγκη επιβεβαίωσης ή μια ιδιαίτερη σχέση με το όριο και την απόλαυση.
Από αυτή την άποψη, η διαστροφή δεν αρχίζει εκεί όπου εμφανίζεται η απαγόρευση. Η απαγόρευση είναι παρούσα σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και σε κάθε ανθρώπινη επιθυμία. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν το όριο αποκτά μια ιδιαίτερη ψυχική προνομιακή θέση. Όταν δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως εμπόδιο, αλλά ως στοιχείο απαραίτητο για την παραγωγή της απόλαυσης. Όταν η επιθυμία δεν κατευθύνεται μόνο προς ένα αντικείμενο, αλλά και προς τη σκηνή μέσα στην οποία το όριο μπορεί να δοκιμαστεί, να χρησιμοποιηθεί ή να υπερβεί.
Εδώ ακριβώς αναδύεται ένα νέο ερώτημα. Αν η διαστροφή δεν αφορά πρωτίστως το αντικείμενο της επιθυμίας αλλά τη σχέση με το όριο, ποιος είναι ο ρόλος του άλλου ανθρώπου σε αυτή τη διαδικασία; Είναι συνοδοιπόρος της επιθυμίας ή μετατρέπεται σε μέσο μέσω του οποίου οργανώνεται η απόλαυση; Για να προσεγγίσουμε αυτό το ζήτημα χρειάζεται να στραφούμε από το όριο προς τη σχέση με τον Άλλο, η οποία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες κάθε θεωρίας περί διαστροφής.
Ο Άλλος ως πρόσωπο ή ως αντικείμενο;
Αν η διαστροφή δεν ορίζεται πρωτίστως από το περιεχόμενο μιας πράξης ούτε από την απλή έλξη προς το απαγορευμένο, τότε το ερώτημα μετατοπίζεται αναπόφευκτα στη σχέση με τον άλλον άνθρωπο. Διότι κάθε όριο είναι πάντοτε και κοινωνικό όριο. Κάθε απαγόρευση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός άλλου υποκειμένου και κάθε μορφή απόλαυσης που σχετίζεται με το όριο συναντά αργά ή γρήγορα το ζήτημα της ετερότητας.
Η ανθρώπινη επιθυμία δεν αναπτύσσεται ποτέ σε απομόνωση. Επιθυμούμε μέσα σε έναν κόσμο που κατοικείται από άλλους ανθρώπους, οι οποίοι διαθέτουν δικές τους επιθυμίες, ανάγκες, φόβους και όρια. Η συνάντηση με αυτή την πραγματικότητα αποτελεί μία από τις πιο θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Ο άλλος δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο που βρίσκεται απέναντί μας. Είναι ένα υποκείμενο με δική του εσωτερικότητα, η οποία δεν μπορεί ποτέ να γίνει πλήρως γνωστή ή ελεγχόμενη.
Ακριβώς εδώ εμφανίζεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα που θέτει η διαστροφή. Τι συμβαίνει όταν ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο και αρχίζει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέσο; Τι συμβαίνει όταν η παρουσία του αποκτά αξία όχι για αυτό που είναι, αλλά για τον ρόλο που καλείται να παίξει μέσα στη σκηνή της απόλαυσης ενός άλλου ανθρώπου;
Η μετατροπή του άλλου σε αντικείμενο δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα της διαστροφής. Όλοι οι άνθρωποι, σε κάποιο βαθμό, χρησιμοποιούν τους άλλους για την ικανοποίηση αναγκών, επιθυμιών και στόχων. Η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη σχέσεις αμοιβαίας χρησιμότητας. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην ύπαρξη της χρήσης αλλά στον βαθμό και στον τρόπο με τον οποίο αυτή οργανώνει τη σχέση. Όσο περισσότερο ο άλλος χάνει την ιδιότητα του αυτόνομου υποκειμένου και περιορίζεται σε εργαλείο επιβεβαίωσης, διέγερσης, ελέγχου ή κυριαρχίας, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε σε μια διαστροφική λογική.
Από αυτή την άποψη, η διαστροφή δεν αφορά μόνο την αναζήτηση μιας ιδιαίτερης μορφής απόλαυσης. Αφορά και μια ιδιαίτερη δυσκολία αναγνώρισης της ετερότητας. Ο άλλος δεν γίνεται αντιληπτός πρωτίστως ως φορέας δικής του επιθυμίας αλλά ως στοιχείο μιας σκηνής που έχει ήδη οργανωθεί από το υποκείμενο. Η σημασία του προκύπτει από τη λειτουργία που επιτελεί και όχι από την ύπαρξή του ως ξεχωριστού προσώπου.
Η λογική αυτή μπορεί να εμφανιστεί σε εξαιρετικά διαφορετικά πλαίσια. Μπορεί να συναντηθεί στη σεξουαλικότητα, στις ερωτικές σχέσεις, στις οικογενειακές δυναμικές, στην άσκηση εξουσίας, ακόμη και σε θεσμικές δομές. Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι η μορφή της πράξης αλλά η θέση που αποδίδεται στον άλλον άνθρωπο. Εκεί όπου ο άλλος αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μέσο για την παραγωγή μιας συγκεκριμένης μορφής απόλαυσης, η σχέση κινδυνεύει να απολέσει τον αμοιβαίο χαρακτήρα της.
Η παρατήρηση αυτή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί η διαστροφή δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια συζήτηση περί σεξουαλικότητας. Ένας άνθρωπος μπορεί να διατηρεί μια απολύτως συμβατική ερωτική ζωή και παρ’ όλα αυτά να οργανώνει τις σχέσεις του μέσα από μηχανισμούς ελέγχου, ταπείνωσης ή εργαλειοποίησης των άλλων. Αντίστοιχα, μια ασυνήθιστη σεξουαλική πρακτική μεταξύ ενηλίκων που αναγνωρίζουν αμοιβαία ο ένας την υποκειμενικότητα του άλλου δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει την έννοια της διαστροφής.
Το κρίσιμο ζήτημα επομένως δεν είναι απλώς η ύπαρξη ορίου ούτε η υπέρβασή του. Είναι το τι συμβαίνει στον χώρο που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Διότι η διαστροφή φαίνεται να αφορά όχι μόνο μια ιδιαίτερη σχέση με την απόλαυση αλλά και μια ιδιαίτερη σχέση με την ετερότητα. Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα: ποια ακριβώς είναι η σχέση της διαστροφής με τον νόμο; Γιατί το διαστροφικό υποκείμενο δεν φαίνεται απλώς να αγνοεί τον νόμο αλλά να διατηρεί μαζί του μια παράδοξα στενή και συχνά αναγκαία σχέση.
Η διαστροφή και ο νόμος. Γιατί το όριο δεν καταργείται αλλά χρειάζεται
Η κοινή αντίληψη συχνά παρουσιάζει τον διεστραμμένο άνθρωπο ως κάποιον που δεν αναγνωρίζει κανέναν κανόνα. Ως ένα άτομο που δρα ανεξέλεγκτα, αδιαφορεί για τους περιορισμούς και επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του. Η εικόνα αυτή, αν και διαδεδομένη, αποτυγχάνει να περιγράψει ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της διαστροφικής λογικής. Το διαστροφικό υποκείμενο δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην έξω από τον νόμο. Συχνά βρίσκεται σε μια εξαιρετικά στενή και πολύπλοκη σχέση μαζί του.
Αν η διαστροφή αφορούσε απλώς την απουσία ορίων, τότε η πλήρης κατάργηση κάθε απαγόρευσης θα οδηγούσε και στην πλήρη ικανοποίηση της επιθυμίας. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι κάτι τέτοιο σπάνια συμβαίνει. Σε πολλές περιπτώσεις η επιθυμία φαίνεται να αποδυναμώνεται όταν εξαφανίζεται το όριο που την περιβάλλει. Η ένταση της απόλαυσης δεν προκύπτει παρά την ύπαρξη του νόμου αλλά συχνά εξαιτίας της παρουσίας του. Το όριο δεν λειτουργεί μόνο ως εμπόδιο. Λειτουργεί και ως αναγκαίο στοιχείο της σκηνής μέσα στην οποία παράγεται η απόλαυση.
Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε μια σημαντική διάκριση. Η παραβίαση ενός κανόνα δεν σημαίνει απαραίτητα αμφισβήτηση του ίδιου του κανόνα. Ένας άνθρωπος μπορεί να παραβιάζει έναν νόμο ακριβώς επειδή ο νόμος υπάρχει. Αν ο νόμος εξαφανιζόταν, η πράξη θα έχανε ένα μέρος της σημασίας της. Με αυτή την έννοια, ορισμένες μορφές διαστροφικής οργάνωσης δεν καταργούν το όριο αλλά εξαρτώνται από αυτό. Η ύπαρξή του είναι προϋπόθεση της απόλαυσης.
Η ψυχαναλυτική σκέψη υπήρξε ιδιαίτερα ευαίσθητη σε αυτό το παράδοξο. Ενώ η νεύρωση χαρακτηρίζεται συχνά από τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την απαγόρευση, η διαστροφή φαίνεται να αναπτύσσει μια διαφορετική σχέση. Το ζήτημα δεν είναι απλώς η παραβίαση του ορίου αλλά η ιδιαίτερη χρήση του. Το όριο μπορεί να γίνει σκηνικό, εργαλείο, ακόμη και απαραίτητος όρος για την παραγωγή της απόλαυσης. Η απαγόρευση δεν εξαλείφεται. Ενσωματώνεται.
Αυτό το στοιχείο εξηγεί γιατί η διαστροφή δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή εξέγερση ή την κοινωνική ανυπακοή. Ο επαναστάτης επιδιώκει συνήθως να αλλάξει έναν νόμο που θεωρεί άδικο. Το ενδιαφέρον του στρέφεται προς έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της πραγματικότητας. Στη διαστροφική λογική, αντίθετα, το ενδιαφέρον μπορεί να παραμένει προσκολλημένο στον ίδιο τον νόμο και στη δυνατότητα υπέρβασής του. Η απόλαυση αντλείται όχι από την κατάργηση του ορίου αλλά από τη διαρκή αναμέτρηση μαζί του.
Η σχέση αυτή γίνεται εμφανής και πέρα από τη σεξουαλικότητα. Υπάρχουν άνθρωποι που φαίνεται να αντλούν ιδιαίτερη ικανοποίηση από τη συνεχή δοκιμασία των κανόνων, όχι επειδή επιδιώκουν έναν διαφορετικό κόσμο αλλά επειδή η ίδια η παράβαση έχει αποκτήσει ψυχική αξία. Αντίστοιχα, σε ορισμένα κοινωνικά ή θεσμικά περιβάλλοντα παρατηρείται μια ιδιότυπη συνύπαρξη αυστηρών κανόνων και συστηματικής παραβίασής τους. Το όριο παραμένει παρόν, όχι για να τηρείται, αλλά για να ενεργοποιεί έναν κύκλο ελέγχου, ενοχής, εξουσίας και απόλαυσης.
Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται ότι η διαστροφή δεν αφορά απλώς την επιθυμία ενός αντικειμένου ούτε μόνο τη χρήση του άλλου ανθρώπου. Αφορά έναν ιδιαίτερο τρόπο τοποθέτησης απέναντι στον νόμο, όπου το όριο παύει να είναι μόνο απαγόρευση και μετατρέπεται σε οργανωτική αρχή της απόλαυσης. Το ερώτημα επομένως δεν είναι γιατί ο διαστροφικός παραβιάζει τον νόμο. Το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί τον χρειάζεται.
Και ακριβώς εδώ αναδύεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα. Αν η διαστροφή δεν ορίζεται ούτε από το αντικείμενο της επιθυμίας, ούτε από την πράξη, ούτε αποκλειστικά από την παραβίαση του ορίου, τότε ποιος είναι ο ψυχικός μηχανισμός που την οργανώνει; Ποια ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η ιδιαίτερη σχέση με τον νόμο, τον Άλλο και την απόλαυση; Για να προσεγγίσουμε το ερώτημα αυτό χρειάζεται να στραφούμε από τις συμπεριφορές προς τη βαθύτερη ψυχική λειτουργία της διαστροφής. Εκεί όπου η διαστροφή παύει να είναι μια κατηγορία πράξεων και εμφανίζεται ως ένας ιδιαίτερος τρόπος οργάνωσης της ψυχικής πραγματικότητας.
Η ψυχική λειτουργία της διαστροφής και τι προσπαθεί να επιλύσει;
Μέχρι αυτό το σημείο εξετάσαμε τη διαστροφή ως ιδιαίτερη σχέση με το όριο, τον νόμο και τον Άλλο. Ωστόσο, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα. Γιατί αναπτύσσεται αυτή η ιδιαίτερη οργάνωση; Ποια ψυχική ανάγκη εξυπηρετεί; Διότι καμία σταθερή μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν διατηρείται επί μακρόν χωρίς να επιτελεί κάποια λειτουργία για το υποκείμενο.
Η καθημερινή αντίληψη συχνά αντιμετωπίζει τη διαστροφή ως μια υπερβολική αναζήτηση ηδονής. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το διαστροφικό άτομο επιθυμεί απλώς περισσότερη απόλαυση από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η εξήγηση αυτή όμως αποδεικνύεται ανεπαρκής. Αν η διαστροφή αφορούσε μόνο την ποσότητα της απόλαυσης, τότε η απεριόριστη ικανοποίηση θα οδηγούσε στη λύση του προβλήματος. Στην πράξη συμβαίνει συχνά το αντίθετο. Η απόλαυση φαίνεται να απαιτεί τη διαρκή αναπαραγωγή μιας συγκεκριμένης σκηνής, ενός συγκεκριμένου σεναρίου ή μιας συγκεκριμένης σχέσης με το όριο.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σε μια αναζήτηση ευχαρίστησης αλλά μπροστά σε μια προσπάθεια ψυχικής οργάνωσης. Όπως η νεύρωση, η ψύχωση ή άλλες μορφές ψυχικής λειτουργίας, έτσι και η διαστροφή μπορεί να ιδωθεί ως ένας τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να διαχειριστεί θεμελιώδη υπαρξιακά προβλήματα. Το άγχος, την αβεβαιότητα, την εξάρτηση από τον Άλλο, την έλλειψη ελέγχου και την αναγνώριση ότι δεν μπορεί να είναι το κέντρο του κόσμου.
Ένα από τα πιο δύσκολα ψυχικά δεδομένα που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος είναι η ύπαρξη ορίων τα οποία δεν μπορεί να καταργήσει. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί να γνωρίζει πλήρως, άνθρωποι που δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα και επιθυμίες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ολοκληρωτικά. Η συνάντηση με αυτή την πραγματικότητα δημιουργεί αναπόφευκτα ματαιώσεις και αβεβαιότητα.
Από αυτή την οπτική, η διαστροφική οργάνωση μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια μετασχηματισμού αυτής της αβεβαιότητας σε κάτι πιο ελέγξιμο. Εκεί όπου άλλες μορφές ψυχικής λειτουργίας βιώνουν σύγκρουση, αμφιβολία ή ενοχή, η διαστροφική λογική τείνει να δημιουργεί σκηνές μέσα στις οποίες οι ρόλοι, τα όρια και οι σχέσεις αποκτούν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Η απόλαυση δεν προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της πράξης αλλά και από τη δυνατότητα προσωρινής οργάνωσης ενός κόσμου που διαφορετικά θα παρέμενε αβέβαιος.
Υπό αυτή την έννοια, η διαστροφή δεν αποτελεί απλώς μια αναζήτηση διέγερσης. Μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε βαθύτερες μορφές ψυχικού άγχους. Το υποκείμενο δεν προσπαθεί μόνο να απολαύσει. Προσπαθεί να συγκροτήσει μια σταθερή σχέση με κάτι που διαφορετικά βιώνεται ως απειλητικά ασταθές. Η επανάληψη συγκεκριμένων σεναρίων, η εμμονή σε ορισμένες σκηνές και η ανάγκη αναπαραγωγής συγκεκριμένων σχέσεων αποκτούν έτσι διαφορετική σημασία. Δεν είναι απλές συνήθειες. Είναι μηχανισμοί οργάνωσης της ψυχικής πραγματικότητας.
Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί μας προστατεύει από μια ηθικολογική ανάγνωση της διαστροφής. Αντί να αντιμετωπίζεται ως έκφραση «κακού χαρακτήρα» ή ως απλή αναζήτηση ακραίων συγκινήσεων, μπορεί να ιδωθεί ως μια σύνθετη ψυχική λύση σε προβλήματα που αφορούν την έλλειψη, την εξάρτηση, την αβεβαιότητα και την επιθυμία. Το γεγονός ότι η λύση αυτή μπορεί να δημιουργεί δυσκολίες ή να οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες δεν αναιρεί τον οργανωτικό της ρόλο.
Αυτό όμως μας οδηγεί σε μια ακόμη πιο απαιτητική ερώτηση. Αν η διαστροφή αποτελεί έναν τρόπο διαχείρισης της ανθρώπινης έλλειψης και αβεβαιότητας, τότε σε τι διαφέρει από άλλες μορφές ψυχικής οργάνωσης; Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τη διαστροφική λογική από τη νεύρωση ή από άλλους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα όρια της ύπαρξής τους;
Νεύρωση, διαστροφή και ψύχωση. Τρεις διαφορετικές σχέσεις με το όριο και την έλλειψη
Η ψυχαναλυτική παράδοση υπήρξε από τις πρώτες που αντιμετώπισαν τη διαστροφή όχι ως σύνολο συμπεριφορών αλλά ως ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης της ψυχικής ζωής. Μέσα σε αυτή την προοπτική, η διαστροφή δεν εξετάζεται απομονωμένα. Αποκτά νόημα μόνο όταν συγκρίνεται με άλλες βασικές μορφές υποκειμενικής οργάνωσης, κυρίως με τη νεύρωση και την ψύχωση. Η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στην ταξινόμηση των ανθρώπων σε άκαμπτες κατηγορίες. Αντίθετα, επιδιώκει να φωτίσει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το ανθρώπινο υποκείμενο αντιμετωπίζει ένα κοινό πρόβλημα που είναι η ύπαρξη ορίων που δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται σε πολλές μορφές. Είναι η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, ότι δεν μπορεί να κατέχει απόλυτα το αντικείμενο της επιθυμίας του, ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι προεκτάσεις του εαυτού του και ότι η πραγματικότητα δεν υποτάσσεται πλήρως στη βούλησή του. Η συνάντηση με αυτή την εμπειρία της έλλειψης αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη γεγονότα της ψυχικής ζωής.
Στη νεύρωση, η έλλειψη αναγνωρίζεται αλλά βιώνεται ως πηγή διαρκούς σύγκρουσης. Το υποκείμενο επιθυμεί, αμφιβάλλει, ενοχοποιείται, διστάζει και συγκρούεται με τις ίδιες του τις επιθυμίες. Η σχέση με τον νόμο και την απαγόρευση χαρακτηρίζεται από ένταση. Η επιθυμία κινείται γύρω από το όριο χωρίς να μπορεί να το αγνοήσει. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η αμφιθυμία, η αναβολή, η ενοχή ή το άγχος. Ο νευρωτικός υποφέρει ακριβώς επειδή το όριο διατηρεί τη δύναμή του.
Στην ψύχωση, το πρόβλημα εμφανίζεται διαφορετικά. Το ζήτημα δεν είναι πρωτίστως η σύγκρουση με τον νόμο αλλά η δυσκολία ένταξης σε ένα κοινό συμβολικό πλαίσιο που οργανώνει την πραγματικότητα. Οι έννοιες του ορίου, της απαγόρευσης και της κοινωνικής τάξης αποκτούν διαφορετικό νόημα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερες μορφές σχέσης με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Το κεντρικό στοιχείο δεν είναι η υπέρβαση του ορίου αλλά η διαφορετική συγκρότηση του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο το όριο αποκτά νόημα.
Η διαστροφή καταλαμβάνει μια ενδιάμεση και ταυτόχρονα ιδιότυπη θέση. Το διαστροφικό υποκείμενο δεν αγνοεί το όριο, όπως συχνά φαντάζεται η κοινή αντίληψη. Ούτε όμως συγκρούεται μαζί του με τον τρόπο που συναντάμε στη νεύρωση. Αντίθετα, φαίνεται να αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση χρήσης του ορίου. Το όριο αναγνωρίζεται, αλλά αντί να λειτουργεί ως πηγή αμφιβολίας ή ενοχής, μετατρέπεται σε στοιχείο γύρω από το οποίο οργανώνεται η απόλαυση. Εκεί όπου ο νευρωτικός αναρωτιέται τι επιτρέπεται να επιθυμήσει, το διαστροφικό υποκείμενο τείνει να οργανώνει μια σκηνή μέσα στην οποία το ίδιο το όριο αποκτά ενεργό ρόλο.
Η διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος ανήκει αποκλειστικά σε μία από αυτές τις κατηγορίες. Η πραγματική ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη από οποιοδήποτε θεωρητικό σχήμα. Παρ’ όλα αυτά, οι έννοιες αυτές παραμένουν χρήσιμες επειδή μας βοηθούν να κατανοήσουμε ότι η ανθρώπινη ψυχική ζωή δεν διαφέρει μόνο ως προς το περιεχόμενο των επιθυμιών της αλλά και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τη σχέση της με την έλλειψη.
Από αυτή την οπτική, η διαστροφή παύει να εμφανίζεται ως μια ακραία ή εξωτική κατηγορία ανθρώπων. Αναδεικνύεται ως μία από τις δυνατές απαντήσεις του ψυχισμού απέναντι σε ένα κοινό ανθρώπινο πρόβλημα. Πώς μπορεί κανείς να ζήσει γνωρίζοντας ότι δεν είναι παντοδύναμος, ότι δεν κατέχει πλήρως τον άλλον και ότι η επιθυμία του δεν πρόκειται ποτέ να ολοκληρωθεί οριστικά.
Το σημείο αυτό μας επιτρέπει να επιστρέψουμε στο ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το άρθρο. Αν η διαστροφή αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο αντιμετώπισης της έλλειψης, τότε πώς ακριβώς εκδηλώνεται στη σύγχρονη ζωή; Ποιες μορφές λαμβάνει πέρα από την κλασική ψυχαναλυτική περιγραφή; Και μήπως ορισμένες από αυτές τις μορφές δεν βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας αλλά στον πυρήνα της;
Η κοινωνική διαστροφή. Η απόλαυση εγκαθίσταται στους θεσμούς
Εάν η διαστροφή περιοριζόταν αποκλειστικά στην ψυχική ζωή μεμονωμένων ανθρώπων, τότε θα αρκούσε μια ατομική ψυχολογική προσέγγιση για την κατανόησή της. Ωστόσο, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό. Οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, οι μορφές εξουσίας και οι τρόποι απόλαυσης συγκροτούνται πάντοτε μέσα σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό, το ερώτημα της διαστροφής δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο άτομο. Αργά ή γρήγορα οδηγεί στην εξέταση των ίδιων των κοινωνικών θεσμών.
Η ιδέα μιας κοινωνικής διαστροφής δεν σημαίνει ότι μια κοινωνία μπορεί να διαγνωστεί με τον ίδιο τρόπο που διαγιγνώσκεται ένα άτομο. Πρόκειται περισσότερο για μια μεταφορά που επιχειρεί να περιγράψει καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι διαστροφικοί μηχανισμοί παύουν να αποτελούν προσωπικές ιδιαιτερότητες και μετατρέπονται σε συλλογικές πρακτικές. Αυτό συμβαίνει όταν η χρήση του άλλου ανθρώπου παύει να θεωρείται πρόβλημα και αρχίζει να παρουσιάζεται ως φυσιολογική ή ακόμη και επιθυμητή.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εμφανίζεται όταν η εκμετάλλευση μεταμφιέζεται σε αρετή. Σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες η εξάντληση παρουσιάζεται ως ένδειξη αφοσίωσης, η συνεχής διαθεσιμότητα ως επαγγελματισμός και η παραίτηση από προσωπικές ανάγκες ως δείγμα υπευθυνότητας. Η δυσφορία που παράγεται από αυτές τις συνθήκες δεν αποκρύπτεται απαραίτητα. Αντίθετα, συχνά μετατρέπεται σε στοιχείο κύρους. Ο άνθρωπος καλείται να αποδείξει την αξία του μέσα από την ίδια του την φθορά.
Παρόμοια φαινόμενα συναντώνται και σε θεσμούς που λειτουργούν μέσω της διαρκούς αβεβαιότητας. Ορισμένες μορφές εξουσίας δεν βασίζονται πρωτίστως στη σαφή επιβολή κανόνων αλλά στη συνεχή μεταβολή τους. Ο άλλος διατηρείται σε κατάσταση αναμονής, εξάρτησης ή ανασφάλειας, χωρίς να γνωρίζει ποτέ επακριβώς τι αναμένεται από αυτόν. Η αβεβαιότητα παύει να αποτελεί παρενέργεια του συστήματος και μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου.
Η ίδια λογική μπορεί να παρατηρηθεί και στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες οργανώνουν την ορατότητα. Η διαρκής έκθεση, η συνεχής αξιολόγηση και η αδιάκοπη ανάγκη αυτοπαρουσίασης δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το βλέμμα του άλλου αποκτά πρωτοφανή δύναμη. Ο άνθρωπος καλείται όχι μόνο να ζει αλλά και να παρουσιάζει διαρκώς τον εαυτό του. Να εργάζεται, αλλά και να αποδεικνύει ότι εργάζεται. Να απολαμβάνει, αλλά και να επιδεικνύει την απόλαυσή του. Να υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα να παράγει μια εικόνα της ύπαρξής του.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι πρακτικές αυτές δεν επιβάλλονται πάντοτε εξωτερικά. Συχνά εσωτερικεύονται. Οι άνθρωποι συμμετέχουν ενεργά στην αναπαραγωγή τους, ακόμη και όταν αυτές τους εξαντλούν. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της κοινωνικής διαστροφής. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλλεται αποκλειστικά από έξω. Το ίδιο το υποκείμενο συμβάλλει στη συντήρηση μηχανισμών που το φθείρουν, επειδή μέσα σε αυτούς αναζητά αναγνώριση, ταυτότητα ή νόημα.
Από αυτή την οπτική, η κοινωνική διαστροφή δεν αφορά απλώς την ύπαρξη αδικίας ή ανισότητας. Αυτά υπήρχαν σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Αφορά κάτι πιο συγκεκριμένο. Αφορά τη στιγμή κατά την οποία η χρήση του άλλου, η υπέρβαση των ορίων του ή η μετατροπή του σε εργαλείο παύουν να βιώνονται ως πρόβλημα και αρχίζουν να παρουσιάζονται ως φυσιολογικές, αποτελεσματικές ή ακόμη και ηθικά επιθυμητές πρακτικές.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι βαθιά πολιτισμικό. Αν οι κοινωνίες μπορούν να ενσωματώνουν διαστροφικές λογικές χωρίς να το αντιλαμβάνονται, τότε πώς μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε; Και ακόμη περισσότερο, πώς μπορούμε να διακρίνουμε τη νόμιμη άσκηση εξουσίας από εκείνες τις μορφές όπου ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο και μετατρέπεται σε μέσο;
Μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς διαστροφή;
Μετά από όσα προηγήθηκαν, το ερώτημα εμφανίζεται σχεδόν αναπόφευκτα. Αν η διαστροφή συνδέεται με τη σχέση του ανθρώπου προς το όριο, την επιθυμία, τον νόμο και τον Άλλο, τότε είναι δυνατόν να φανταστούμε μια κοινωνία απαλλαγμένη από αυτήν; Μπορεί να υπάρξει ένας κόσμος στον οποίο η χρήση του άλλου, η έλξη προς την υπέρβαση των ορίων και η γοητεία της εξουσίας να εξαφανιστούν ολοκληρωτικά;
Η ιστορική εμπειρία δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία ως προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κάθε εποχή διαμόρφωσε τις δικές της μορφές κυριαρχίας, τις δικές της απαγορεύσεις και τους δικούς της τρόπους υπέρβασής τους. Οι μορφές αυτές άλλαξαν, μετασχηματίστηκαν και προσαρμόστηκαν στις ανάγκες κάθε κοινωνίας, αλλά δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Η ανθρώπινη ιστορία μοιάζει να είναι ταυτόχρονα ιστορία πολιτισμού και ιστορία συνεχών διαπραγματεύσεων με τα όρια που ο ίδιος ο πολιτισμός παράγει.
Ίσως η δυσκολία να βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ρίζες της διαστροφικής λογικής δεν εντοπίζονται αποκλειστικά σε κάποια κοινωνική παθολογία αλλά σε ορισμένες θεμελιώδεις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι ένα ον που επιθυμεί χωρίς να μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως τις επιθυμίες του. Εξαρτάται από άλλους ανθρώπους χωρίς να μπορεί να τους ελέγξει απόλυτα. Αναζητά αναγνώριση από υποκείμενα που διαθέτουν δική τους βούληση και δικές τους επιθυμίες. Η εμπειρία αυτή δημιουργεί αναπόφευκτα εντάσεις, συγκρούσεις και φαντασιώσεις υπέρβασης των περιορισμών που επιβάλλει η πραγματικότητα.
Από αυτή την οπτική, η διαστροφή δεν εμφανίζεται ως ένα ξένο σώμα που εισβάλλει στον πολιτισμό από το εξωτερικό. Εμφανίζεται ως μία από τις πιθανές απαντήσεις του ανθρώπου απέναντι στην εμπειρία της έλλειψης. Η επιθυμία να κυριαρχήσει κανείς στον άλλον, να τον μετατρέψει σε εργαλείο, να παρακάμψει το όριο ή να το υποτάξει στη βούλησή του δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό ορισμένων ακραίων προσωπικοτήτων. Αποτελεί έναν πειρασμό που συνοδεύει διαρκώς την ανθρώπινη συνθήκη.
Αν αυτό ισχύει, τότε ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς θα εξαλείψουμε τη διαστροφή. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα προϋπέθετε την εξάλειψη των ίδιων των αντιφάσεων που συγκροτούν την ανθρώπινη ζωή. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μορφές συμβίωσης που περιορίζουν τη μετατροπή του άλλου σε αντικείμενο και ενισχύουν την αναγνώρισή του ως υποκειμένου.
Η απάντηση αυτή δεν είναι ούτε απλή ούτε οριστική. Ωστόσο, ίσως αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους ύπαρξης του πολιτισμού. Οι νόμοι, οι ηθικές παραδόσεις, οι θεσμοί, η εκπαίδευση και οι μορφές συλλογικής ζωής δεν υπάρχουν μόνο για να καταστείλουν την επιθετικότητα ή να οργανώσουν την κοινωνική τάξη. Υπάρχουν επίσης για να υπενθυμίζουν διαρκώς ότι ο άλλος δεν είναι απλώς μέσο των δικών μας αναγκών και επιθυμιών.
Υπό αυτή την έννοια, η διαστροφή δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο ψυχολογικής ή ψυχιατρικής μελέτης. Αποτελεί έναν καθρέφτη μέσα από τον οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε ορισμένες από τις πιο βαθιές αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και στο όριο. Ανάμεσα στην ελευθερία και στην εξάρτηση. Ανάμεσα στην ανάγκη για τον άλλον και στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουμε.
Ίσως τελικά η πιο ουσιαστική συμβολή της έννοιας της διαστροφής να μην είναι ότι μας βοηθά να αναγνωρίσουμε κάποιους «άλλους», διαφορετικούς από εμάς. Ίσως η αξία της βρίσκεται στο ότι μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε με ένα δυσκολότερο ερώτημα. Ποια είναι η θέση που καταλαμβάνει ο άλλος μέσα στον δικό μας κόσμο; Τον συναντούμε ως πρόσωπο ή ως μέσο; Ως φορέα μιας ανεξάρτητης επιθυμίας ή ως εργαλείο των δικών μας αναγκών;
Και ίσως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα να αποτελεί, τελικά, ένα από τα πιο ουσιαστικά κριτήρια όχι μόνο της ψυχικής υγείας αλλά και του ίδιου του πολιτισμού.
Από τη διαστροφή στην ετερότητα
Ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από τη διαστροφή να είναι ότι αφορά κυρίως ορισμένους ανθρώπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του άρθρου, επιχειρήσαμε να δείξουμε ότι η έννοια δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένες πράξεις, σεξουαλικές προτιμήσεις ή ακραίες συμπεριφορές. Η διαστροφή εμφανίστηκε σταδιακά ως ένας ιδιαίτερος τρόπος σχέσης με το όριο, τον νόμο, την επιθυμία και τον Άλλο. Ως ένας τρόπος οργάνωσης της απόλαυσης που δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα πρόσωπα αλλά μπορεί να διαπερνά σχέσεις, θεσμούς και ολόκληρες πολιτισμικές μορφές.
Ωστόσο, αν σταματούσαμε εδώ, θα παρέμενε η αίσθηση ότι η διαστροφή αποτελεί ένα πρόβλημα προς διάγνωση. Ένα φαινόμενο που πρέπει να αναγνωριστεί, να ταξινομηθεί και να απομονωθεί. Μια τέτοια κατάληξη θα ήταν ίσως βολική, αλλά θα παρέβλεπε το βαθύτερο ερώτημα που αναδύθηκε μέσα από την ανάλυση. Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο πώς οργανώνεται η απόλαυση. Είναι τι συμβαίνει στον χώρο που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Σε κάθε ανθρώπινη σχέση υπάρχει πάντοτε ένας πειρασμός. Ο πειρασμός να μετατρέψουμε τον άλλον σε κάτι πιο απλό από αυτό που πραγματικά είναι. Σε εργαλείο των αναγκών μας, σε φορέα των προσδοκιών μας, σε καθρέφτη της εικόνας μας ή σε εγγυητή της ασφάλειάς μας. Η επιθυμία για έλεγχο, η ανάγκη για βεβαιότητα και η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας καθιστούν αυτή τη μετατροπή ιδιαίτερα δελεαστική. Είναι πολύ ευκολότερο να χρησιμοποιεί κανείς έναν άνθρωπο παρά να συναντά ένα υποκείμενο που δεν μπορεί να προβλεφθεί πλήρως.
Ίσως γι’ αυτό η έννοια της ετερότητας αποκτά τόσο κεντρική σημασία. Ο άλλος δεν είναι απλώς διαφορετικός από εμάς. Είναι κάτι περισσότερο. Είναι ένας κόσμος που δεν μπορούμε να κατέχουμε ολοκληρωτικά, μια επιθυμία που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως και μια ελευθερία που δεν μπορούμε να απορροφήσουμε στη δική μας βούληση. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές ψυχικές και ηθικές διεργασίες της ανθρώπινης ζωής.
Από αυτή την οπτική, η αντίθεση ανάμεσα στη διαστροφή και στην ψυχική υγεία ίσως δεν βρίσκεται εκεί όπου συνήθως αναζητείται. Δεν αφορά πρωτίστως το είδος των επιθυμιών που έχει κάποιος ούτε το πόσο συμβατική ή μη είναι η ζωή του. Αφορά τον βαθμό στον οποίο μπορεί να αντέξει την ύπαρξη του άλλου ως πραγματικά άλλου. Ως υποκειμένου που δεν υπάρχει για να εκπληρώνει τις ανάγκες του, να επιβεβαιώνει την εικόνα του ή να υπηρετεί τις φαντασιώσεις του.
Η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από πρωτοφανείς δυνατότητες ελέγχου, παρακολούθησης, αξιολόγησης και διαχείρισης των ανθρώπινων σχέσεων. Όσο περισσότερο η τεχνολογία, οι θεσμοί και οι κοινωνικές πρακτικές μάς επιτρέπουν να μετατρέπουμε τους άλλους σε δεδομένα, εικόνες, ρόλους ή λειτουργίες, τόσο περισσότερο επανέρχεται το ερώτημα της ετερότητας. Όχι ως φιλοσοφική πολυτέλεια αλλά ως όρος διατήρησης της ίδιας της ανθρώπινης σχέσης.
Ίσως τελικά η διαστροφή να μας ενδιαφέρει όχι επειδή μας αποκαλύπτει κάτι για ορισμένους ανθρώπους, αλλά επειδή μας αποκαλύπτει κάτι για όλους. Μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα η επιθυμία μπορεί να μετατραπεί σε ιδιοποίηση, πόσο εύκολα η αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε κατοχή και πόσο εύκολα η αναζήτηση του άλλου μπορεί να μετατραπεί σε χρήση του άλλου.
Ισως η πιο δύσκολη κατάκτηση του πολιτισμού να μην είναι η θέσπιση νόμων, η οργάνωση θεσμών ή η ανάπτυξη της γνώσης. Ίσως να είναι η διαρκής προσπάθεια να συναντά κανείς τον άλλον χωρίς να τον ακυρώνει. Να τον επιθυμεί χωρίς να τον κατέχει. Να τον αναγνωρίζει χωρίς να τον απορροφά στον δικό του κόσμο.
Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη της διαστροφής οδηγεί τελικά πολύ πέρα από τη διαστροφή. Οδηγεί στο ερώτημα της συνάντησης. Και ίσως εκεί, στο σημείο όπου η επιθυμία συναντά την ετερότητα χωρίς να επιχειρεί να την εξαφανίσει, να βρίσκεται μία από τις πιο ώριμες μορφές ανθρώπινης ύπαρξης.
διαστροφή #ψυχανάλυση #ψυχολογία #επιθυμία #όριο #νόμος #ετερότητα #Άλλος #ψυχοδυναμική #ανθρώπινεςσχέσεις #κοινωνικήψυχολογία #σχέσειςεξουσίας #ψυχικήυγεία #φιλοσοφία #sxedyn
