Ίσως η εποχή μας να μην είναι, τελικά, η εποχή του φόβου. Ίσως είναι η εποχή της πρόληψης.
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο άνθρωπος δεν διέθετε τόση γνώση για τους κινδύνους που τον περιβάλλουν. Η ιατρική μάς προειδοποιεί για τις ασθένειες πριν ακόμη εμφανιστούν. Η ψυχολογία μας καλεί να αναγνωρίσουμε έγκαιρα τα τραύματα και τις δυσκολίες μας. Η οικονομία μάς εκπαιδεύει να προετοιμαζόμαστε για κρίσεις. Η τεχνολογία μας υπενθυμίζει καθημερινά τους κινδύνους της ψηφιακής ζωής. Η διατροφή, η άσκηση, η γονεϊκότητα, η εκπαίδευση, σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας οργανώνεται γύρω από την ίδια αρχή: να προλάβουμε αυτό που θα μπορούσε να συμβεί.
Πρόκειται για μια τεράστια κατάκτηση του πολιτισμού. Η πρόληψη σώζει ζωές, μειώνει τον πόνο και μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε δυσκολίες που άλλοτε θα ήταν αξεπέραστες.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η πρόληψη είναι χρήσιμη. Είναι τι συμβαίνει όταν μετατρέπεται στον βασικό τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τη ζωή.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε δίνοντας προτεραιότητα στην επιβίωση. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις πιθανές απειλές. Η ικανότητα να εντοπίζει έναν κίνδυνο πριν εκδηλωθεί υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή μας. Στον σύγχρονο κόσμο, όμως, ο ίδιος αυτός μηχανισμός καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα περιβάλλον που παράγει αδιάκοπα πληροφορίες για πιθανούς κινδύνους.
Έτσι, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μετακινούμαστε από τα γεγονότα στις πιθανότητες. Δεν ανησυχούμε μόνο για όσα συμβαίνουν. Ανησυχούμε για όσα θα μπορούσαν να συμβούν.
Κάπως έτσι ο φόβος αποκτά μια νέα λειτουργία. Δεν αποτελεί μόνο αντίδραση απέναντι σε έναν πραγματικό κίνδυνο. Γίνεται μια προσπάθεια να διατηρήσουμε την αίσθηση ότι ελέγχουμε το μέλλον. Σαν ο ψυχισμός να πιστεύει ότι, αν προβλέψει αρκετά σενάρια, θα μπορέσει να αποτρέψει την αβεβαιότητα.
Όμως η αβεβαιότητα δεν είναι μια δυσλειτουργία της ζωής. Είναι η φυσική της συνθήκη.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση του σύγχρονου ανθρώπου. Από τη μία πλευρά διαθέτει περισσότερη ασφάλεια από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά. Από την άλλη, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ανεχθεί οτιδήποτε δεν μπορεί να προβλέψει.
Το μεταμοντέρνο υποκείμενο δεν καλείται μόνο να επιβιώσει. Καλείται να είναι υγιές, παραγωγικό, επιτυχημένο, ψυχικά ισορροπημένο και ευτυχισμένο. Η ευτυχία παύει σταδιακά να βιώνεται ως ένα ενδεχόμενο της ζωής και μετατρέπεται σε προσωπική ευθύνη. Και όταν κάτι δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί, γεννιέται εύκολα η αίσθηση ότι κάπου δεν προσπαθήσαμε αρκετά ή δεν προνοήσαμε όσο θα έπρεπε.
Έτσι, ο φόβος δεν προστατεύει μόνο το σώμα. Προστατεύει την ιστορία που έχουμε χτίσει για τον εαυτό μας. Προστατεύει τις σχέσεις μας, τους ρόλους μας, τις βεβαιότητές μας, τις προσδοκίες μας. Δεν φοβόμαστε μόνο την απώλεια. Φοβόμαστε τη μεταμόρφωση που μπορεί να επιφέρει η απώλεια.
Ίσως γι’ αυτό αντιστεκόμαστε ακόμη και σε αλλαγές που θα μπορούσαν να μας εξελίξουν. Όχι επειδή είναι αναγκαστικά επικίνδυνες, αλλά επειδή απειλούν τη συνέχεια της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας.
Το παράδοξο της εποχής μας είναι ότι, όσο περισσότερο ο πολιτισμός περιορίζει τους πραγματικούς κινδύνους, τόσο περισσότερο διευρύνεται ο ψυχικός χώρος των πιθανών κινδύνων. Και όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι όλα μπορούν να προβλεφθούν, τόσο πιο αφόρητη γίνεται η εμπειρία του απρόβλεπτου.
Η ψυχική ωριμότητα, λοιπόν, ίσως να μην βρίσκεται στην εξάλειψη του φόβου. Ούτε στην ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε κάθε ενδεχόμενο. Βρίσκεται στην ικανότητα να ζούμε δημιουργικά μέσα στην αβεβαιότητα, χωρίς να μετατρέπουμε κάθε πιθανότητα σε βεβαιότητα καταστροφής.
Γιατί ο άνθρωπος δεν ελευθερώνεται όταν εξαφανίζονται όλοι οι κίνδυνοι. Ελευθερώνεται όταν παύει να απαιτεί από τη ζωή να του εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ.
