Υπάρχει μια ιδιότυπη κατηγορία επαγγελματιών που σπάνια θα τη δεις να εκφράζει δυσαρέσκεια. Δεν τους διακρίνεις από υπερβολές ή έντονα παράπονα· συχνά, μάλιστα, μοιάζουν να διαχειρίζονται όλα με έναν ήρεμο επαγγελματισμό. Είναι όμως εκείνοι που σηκώνουν το βάρος της διαρκούς διαθεσιμότητας: ανθρωποι που ανταποκρίνονται, που δεν αφήνουν αναπάντητα μηνύματα, που κρατούν τις δομές όρθιες όταν το σύστημα γύρω τους γίνεται ασταθές. Αυτοί οι επαγγελματίες αποτελούν μια «αθόρυβη γενιά» — όχι ηλικιακή, αλλά υπαρξιακή.

Η κούραση που τους διαπερνά δεν είναι η τυπική κόπωση του burnout. Δεν έχει εκρήξεις, δεν έχει καταρρεύσεις, δεν έχει θεαματικές εντάσεις. Είναι κάτι πιο λεπτό, πιο ύπουλο και ταυτόχρονα πιο δύσκολο να εντοπιστεί: μια αθόρυβη ψυχική διάβρωση που γεννιέται μέσα στην υπερ-ευθύνη και στην αλληλεπίδραση με συστήματα που ζητούν συνεχώς, χωρίς ποτέ να χορταίνουν. Ο επαγγελματίας αυτός δεν «καίγεται» απότομα· φθίνει σιωπηλά. Το παράδοξο είναι ότι η εξάντληση δεν εμφανίζεται όταν κανείς κάνει πολλά, αλλά όταν δεν μπορεί να σταματήσει. Η τεχνολογία, η αδιάκοπη ροή μηνυμάτων, ειδοποιήσεων, μικρο-αιτημάτων και προσδοκιών, έχει ρευστοποιήσει τα όρια ανάμεσα στην εργασία και την ιδιωτική ζωή σε βαθμό που το παλιό ερώτημα «είσαι διαθέσιμος;» έχει αντικατασταθεί από μια σιωπηλή υπόθεση: είσαι πάντα διαθέσιμος. Κι όσο περισσότερο ανταποκρίνεσαι, τόσο περισσότερο αναπαράγεται η απαίτηση.

Η ψυχολογία αυτού του επαγγελματία είναι σύνθετη. Από τη μία, υπάρχει η επιθυμία για συνέπεια, για σοβαρότητα, για αξιοπιστία. Από την άλλη, υπάρχει μια αδύναμη αλλά σταθερή εσωτερική αίσθηση ότι κάτι διαφεύγει: ο χρόνος που καταναλώνεται χωρίς να μετριέται, η ενέργεια που αποσύρεται κομμάτι-κομμάτι, η μικρή αποξένωση από τον εαυτό που δεν δηλώνεται ποτέ ως πρόβλημα. Πρόκειται για μια μορφή «ψυχικής οικονομίας» στην οποία ο άνθρωπος μαθαίνει να λειτουργεί συνεχώς σε εγρήγορση, σαν να είναι πάντα σε μια ημι-ετοιμότητα. Αυτό δεν μοιάζει με παραδοσιακή εργασιακή πίεση· μοιάζει περισσότερο με μια ήσυχη παραίτηση από το δικαίωμα της ανάπαυσης. Η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή αυτού του φαινομένου είναι ότι η σύγχρονη εργασιακή κουλτούρα έχει αρχίσει να θεωρεί φυσιολογική αυτή την αδιάλειπτη προσβασιμότητα. Δεν αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως μέρος της καθημερινής επαγγελματικής ηθικής. Και όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας, η φθορά γίνεται αόρατη. Δεν υπάρχει εξωτερικός αντίπαλος, ούτε κάποια «τοξική διοίκηση» να κατηγορήσεις· υπάρχει μόνο μια διάχυτη κουλτούρα που απορροφά τον χρόνο χωρίς να το διαπραγματεύεται.

Σε αυτή τη συνθήκη, ίσως το ζητούμενο της επόμενης δεκαετίας να είναι κάτι εξαιρετικά απλό αλλά και παράδοξα δύσκολο: η επανανοηματοδότηση της μη-διαθεσιμότητας. Να ξαναγίνει θεμιτό το «δεν μπορώ τώρα», να ξαναποκτήσει αξία ο χρόνος εκτός ρόλου, να αποκατασταθεί η δυνατότητα να είμαστε άνθρωποι χωρίς να είμαστε ταυτόχρονα και λειτουργικοί κόμβοι σε ένα δίκτυο που δεν παύει ποτέ. Αν υπάρχει μια μορφή αληθινού επαγγελματισμού που οφείλει να αναδυθεί, είναι αυτή: ο επαγγελματισμός που γνωρίζει όχι μόνο πώς να ανταποκρίνεται, αλλά και πώς να προστατεύει τον εαυτό του από την αθόρυβη εξάντληση της συνεχούς παρουσίας. Γιατί η διαθεσιμότητα που δεν μετριέται, καταλήγει να μην έχει κανένα όριο· και ένας επαγγελματίας χωρίς όρια, αργά ή γρήγορα, χάνει κάτι πιο ουσιαστικό από την ενέργειά του …… χάνει την εσωτερική του πυξίδα.

Η Κουρασμένη Γενιά των Πάντα Διαθέσιμων. Η αφανής ψυχική κόπωση της σύγχρονης εργασιακής κουλτούρας