Από το τι γνωρίζεις στο τι δηλώνεις ότι γνωρίζεις

Υπάρχουν εποχές που χαρακτηρίζονται από όσα παράγουν και εποχές που χαρακτηρίζονται από όσα πιστοποιούν. Η δική μας μοιάζει ολοένα περισσότερο να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Ζούμε σε έναν κόσμο που καταγράφει, ταξινομεί, μετρά, αξιολογεί και πιστοποιεί σχεδόν τα πάντα. Τίτλοι σπουδών, δεξιότητες, επιμορφώσεις, επαγγελματικές ικανότητες, ακόμη και προσωπικά χαρακτηριστικά μετατρέπονται σταδιακά σε στοιχεία που μπορούν να αποτυπωθούν σε ένα έγγραφο, μια βεβαίωση ή μια ψηφιακή καταχώριση. Η πιστοποίηση έχει καταστεί η κυρίαρχη γλώσσα με την οποία οι θεσμοί επιχειρούν να αναγνωρίσουν, να συγκρίνουν και να αξιολογήσουν τους ανθρώπους.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια βαθύτερη ιστορική μετατόπιση. Οι σύγχρονες κοινωνίες στηρίζονται ολοένα περισσότερο σε δείκτες, μετρήσεις και τυποποιημένες διαδικασίες αξιολόγησης. Πρόκειται για μια αναγκαιότητα που συνδέεται με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των σύγχρονων θεσμών. Όσο όμως αυξάνεται η εξάρτηση από τους δείκτες, τόσο ενισχύεται και ένας διαρκής πειρασμός: να συγχέουμε αυτό που είναι εύκολο να μετρηθεί με αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό. Έτσι, σταδιακά, οι δείκτες παύουν να περιγράφουν την πραγματικότητα και αρχίζουν να την υποκαθιστούν.

Για μεγάλο μέρος της νεότερης ιστορίας, η έμφαση βρισκόταν περισσότερο στη μαθητεία παρά στην πιστοποίησή της. Η γνώση αντιμετωπιζόταν ως μια μακρόχρονη διαδικασία εμβάθυνσης, αμφισβήτησης, δοκιμής και σταδιακής ωρίμανσης. Σήμερα, ολοένα συχνότερα, η προσοχή μετατοπίζεται από το περιεχόμενο της γνώσης στην τυπική επιβεβαίωσή της. Όχι από το τι γνωρίζει κανείς, αλλά από το τι μπορεί να αποδείξει ότι γνωρίζει.

Ίσως όμως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν διαθέτουμε περισσότερες πιστοποιήσεις από ποτέ. Ίσως το ερώτημα είναι αν εξακολουθούμε να μπορούμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στη γνώση και στην πιστοποίησή της, ανάμεσα στην επάρκεια και στην εικόνα της επάρκειας.

Γιατί η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα μόνο όταν υποβαθμίζουν τα κριτήριά τους. Τα σοβαρότερα προβλήματα εμφανίζονται όταν χάνουν σταδιακά την ικανότητα να αναγνωρίζουν ότι τα κριτήρια αυτά έχουν ήδη υποβαθμιστεί.

Η σύγχυση ανάμεσα στην επάρκεια και στην εικόνα της επάρκειας

Ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της εποχής μας να μην είναι η αύξηση της πληροφορίας αλλά η αυξανόμενη δυσκολία διάκρισης ανάμεσα στην ουσία και στην αναπαράστασή της.

Η εικόνα δεν είναι πλέον απλώς ένας τρόπος παρουσίασης της πραγματικότητας. Συχνά τείνει να υποκαταστήσει την ίδια την πραγματικότητα. Η αναγνωρισιμότητα συγχέεται με την αυθεντία, η αυτοπεποίθηση με τη γνώση, η ευχέρεια λόγου με τη βαθιά κατανόηση και η πιστοποίηση με την πραγματική επάρκεια.

Πρόκειται για μια μετατόπιση που δεν περιορίζεται στην εκπαίδευση ή στην επαγγελματική ζωή. Διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Στον δημόσιο λόγο, στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και στις καθημερινές μας αλληλεπιδράσεις, η εντύπωση συχνά προηγείται της ουσίας και η προβολή προηγείται της αξιολόγησης.

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι έγιναν λιγότερο νοήμονες ή λιγότερο απαιτητικοί. Συμβαίνει επειδή η σύγχρονη κοινωνία παράγει τεράστιο όγκο πληροφοριών και διαθέτει ολοένα λιγότερο χρόνο για την επεξεργασία τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα λειτουργεί ως συντόμευση. Επιτρέπει γρήγορες αξιολογήσεις, γρήγορες συγκρίσεις και γρήγορες αποφάσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι οι σημαντικότερες ανθρώπινες ικανότητες σπάνια γίνονται αντιληπτές γρήγορα.

Η επιστημονική κρίση, η επαγγελματική ωριμότητα, η παιδαγωγική επάρκεια, η θεραπευτική ικανότητα ή η ηγετική ευθύνη δεν αποκαλύπτονται μέσα από ένα βιογραφικό, έναν τίτλο ή μια δημόσια εικόνα. Αναδεικνύονται μέσα από τη διάρκεια, την εμπειρία και την επαναλαμβανόμενη δοκιμασία στην πράξη.

Η πιστοποίηση δημιουργήθηκε αρχικά για να αναγνωρίζει την επάρκεια. Το παράδοξο είναι ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η σχέση αυτή φαίνεται να αντιστρέφεται. Αντί η πιστοποίηση να ακολουθεί την κατάκτηση της γνώσης, η γνώση αρχίζει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της πιστοποίησης.

Οι άνθρωποι δεν αναζητούν πλέον μόνο να μάθουν· αναζητούν να αποκτήσουν τα τεκμήρια ότι έμαθαν. Δεν επιδιώκουν μόνο να καταστούν επαρκείς· επιδιώκουν να καταστούν αναγνωρίσιμοι ως επαρκείς. Η μετατόπιση αυτή είναι λεπτή αλλά κρίσιμη. Από τη στιγμή που τα τεκμήρια αποκτούν μεγαλύτερη αξία από τη διαδικασία που τα παράγει, η πιστοποίηση παύει να αποτελεί μέσο και αρχίζει να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

Και όμως, όσο αυξάνεται η πίεση για άμεσες αξιολογήσεις, τόσο ενισχύεται η τάση να αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία σε ό,τι μπορεί να παρουσιαστεί εύκολα παρά σε ό,τι απαιτεί χρόνο για να αποδειχθεί.

Ίσως λοιπόν το πρόβλημα να μην είναι ότι η κοινωνία έχει πάψει να εκτιμά την επάρκεια. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να τη διακρίνει.

Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να συγχέει συστηματικά την επάρκεια με την εικόνα της επάρκειας, η υποβάθμιση δεν ξεκινά από την ποιότητα των ανθρώπων της.

Ξεκινά από την ποιότητα των κριτηρίων με τα οποία τους αξιολογεί.

Ίσως μάλιστα η πραγματική κρίση να μην είναι κρίση γνώσης αλλά κρίση διάκρισης. Όχι ότι παύουν να υπάρχουν επαρκείς άνθρωποι, αλλά ότι καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να αναγνωριστούν ως τέτοιοι.

Η λατρεία της ταχύτητας, της μετρησιμότητας και της συντόμευσης

Το ερώτημα που προκύπτει είναι προφανές. Αν η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική επάρκεια και στην πιστοποίησή της είναι τόσο σημαντική, γιατί οι σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται να απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από αυτή;

Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα στην αδιαφορία για τη γνώση. Βρίσκεται ίσως στον τρόπο με τον οποίο έχει μετασχηματιστεί η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα.

Ζούμε σε μια εποχή που δυσκολεύεται να περιμένει.

Η ταχύτητα έχει μετατραπεί από εργαλείο σε αξία. Δεν εκτιμούμε πλέον μόνο τα γρήγορα μέσα. Εκτιμούμε τις γρήγορες διαδικασίες, τις γρήγορες απαντήσεις, τις γρήγορες λύσεις και συχνά τις γρήγορες διαδρομές προς στόχους που παλαιότερα απαιτούσαν χρόνια προετοιμασίας.

Η επιστημονική συγκρότηση, η ωριμότητα, η κλινική κρίση και η εμπειρία ανήκουν σε εκείνες τις ανθρώπινες κατακτήσεις που αντιστέκονται στην επιτάχυνση. Ακόμη και η αμφιβολία, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε σοβαρής επιστημονικής σκέψης, χρειάζεται χρόνο για να διαμορφωθεί. Η βαθιά κατανόηση δεν εμφανίζεται στιγμιαία· προκύπτει μέσα από διαδρομές, αναθεωρήσεις, λάθη και επαναλαμβανόμενες συναντήσεις με την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας.

Η γνώση όμως παραμένει πεισματικά αργή

Απέναντι σε αυτή την αργή διαδικασία, η πιστοποίηση προσφέρει κάτι εξαιρετικά ελκυστικό: ταχύτητα και σαφήνεια. Ένας τίτλος, μια βεβαίωση ή μια διαδικασία αναγνώρισης δίνουν την αίσθηση ότι μια σύνθετη ανθρώπινη ικανότητα μπορεί να αποτυπωθεί με σαφήνεια και να αξιολογηθεί άμεσα.

Παράλληλα, η σύγχρονη διοίκηση και οι σύγχρονοι οργανισμοί βασίζονται ολοένα περισσότερο στη λογική της μετρησιμότητας. Ό,τι μπορεί να καταμετρηθεί αποκτά προνομιακή θέση απέναντι σε ό,τι μπορεί μόνο να αξιολογηθεί ποιοτικά. Είναι πολύ ευκολότερο να μετρήσει κανείς τίτλους, πιστοποιήσεις, ώρες εκπαίδευσης ή ακαδημαϊκές μονάδες παρά να αξιολογήσει την ποιότητα της κρίσης, το βάθος της κατανόησης ή την ικανότητα ενός επαγγελματία να ανταποκρίνεται σε σύνθετες ανθρώπινες καταστάσεις.

Έτσι, σταδιακά, αυτό που είναι εύκολο να μετρηθεί αρχίζει να συγχέεται με αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό.

Η μετατόπιση αυτή συνδέεται και με μια βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή. Για πολλές δεκαετίες η μαθητεία θεωρούνταν μια αναγκαία περίοδος προετοιμασίας. Η ιδέα ότι κάποιος έπρεπε να αφιερώσει χρόνια για να αποκτήσει ουσιαστική επάρκεια θεωρούνταν αυτονόητη.

Σήμερα η ίδια αυτή απαίτηση συχνά βιώνεται ως εμπόδιο.

Η καθυστέρηση θεωρείται αναποτελεσματικότητα.

Η αυστηρότητα αντιμετωπίζεται ως αποκλεισμός.

Η μακρόχρονη προετοιμασία παρουσιάζεται ως περιττή επιβάρυνση.

Σαν να έχει διαμορφωθεί σταδιακά η πεποίθηση ότι κάθε διαδρομή μπορεί και πρέπει να συντομευθεί.

Όμως υπάρχουν πεδία στα οποία η συντόμευση της διαδρομής συνεπάγεται συχνά και συντόμευση της συγκρότησης.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση της εποχής μας.

Επιθυμούμε ολοένα υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών, αλλά ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τον χρόνο, τον κόπο και τις απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για την παραγωγή αυτής της ποιότητας.

Ίσως λοιπόν η κυριαρχία της πιστοποίησης να μην είναι πρωτίστως εκπαιδευτικό ή επαγγελματικό φαινόμενο.

Ίσως να αποτελεί ένα πολιτισμικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει αρχίσει να χάνει όχι μόνο την υπομονή που απαιτείται για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και την πίστη ότι ορισμένες μορφές γνώσης αξίζουν ακόμη τον χρόνο που απαιτούν.

Η κρίση της μαθητείας

Όταν η διαδρομή αρχίζει να θεωρείται περιττή

Ίσως το βαθύτερο πρόβλημα να μην αφορά τελικά τα πτυχία, τις πιστοποιήσεις ή τις επαγγελματικές αναγνωρίσεις. Ίσως να αφορά τη σταδιακή αποδυνάμωση μιας ιδέας που για αιώνες θεωρούνταν αυτονόητη: της μαθητείας.

Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η κατάκτηση μιας τέχνης, μιας επιστήμης ή ενός επαγγέλματος προϋπέθετε μια περίοδο μακράς προετοιμασίας. Ο μαθητής δεν αποκτούσε απλώς πληροφορίες. Διαμορφωνόταν μέσα από τη διαδικασία της μάθησης. Η γνώση δεν θεωρούνταν ένα αντικείμενο που μεταβιβάζεται αλλά μια σταδιακή μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου που τη διεκδικεί.

Η μαθητεία απαιτούσε χρόνο επειδή η ωρίμανση απαιτεί χρόνο.

Δεν αρκούσε να γνωρίζει κανείς τους κανόνες. Έπρεπε να αποκτήσει κρίση.

Δεν αρκούσε να μάθει τεχνικές. Έπρεπε να μάθει πότε και γιατί να τις χρησιμοποιεί.

Δεν αρκούσε να γνωρίζει απαντήσεις. Έπρεπε να μάθει να αναγνωρίζει τα όρια των απαντήσεών του.

Σήμερα, ωστόσο, η ίδια η έννοια της μαθητείας φαίνεται να βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Η αναμονή βιώνεται ως καθυστέρηση. Η αυστηρότητα ως αποκλεισμός. Οι απαιτήσεις ως περιττό εμπόδιο. Τα χρόνια προετοιμασίας ως κάτι που πρέπει να συντομευθεί.

Σαν να έχει διαμορφωθεί σταδιακά η πεποίθηση ότι ο χρόνος που απαιτείται για την κατάκτηση μιας σύνθετης ικανότητας αποτελεί πρόβλημα προς επίλυση και όχι αναγκαία προϋπόθεση της ίδιας της ικανότητας.

Πρόκειται για μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση.

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί σύγχρονοι στοχαστές έχουν περιγράψει μια κοινωνία που επιταχύνει διαρκώς τους ρυθμούς της, αλλά δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να παραχωρήσει χώρο σε διαδικασίες που απαιτούν διάρκεια, ωρίμανση και σταδιακή συγκρότηση.

Σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα επιταχύνονται, η γνώση παραμένει ένα από τα τελευταία πεδία που αντιστέκονται.

Δεν μπορεί να συμπιεστεί απεριόριστα.

Δεν μπορεί να επιταχυνθεί χωρίς συνέπειες.

Δεν μπορεί να παραχθεί με τον ίδιο τρόπο που παράγονται τα υπόλοιπα αγαθά.

Η πραγματική κατανόηση, η εμπειρία και η ωριμότητα ανήκουν σε εκείνες τις ανθρώπινες κατακτήσεις που εξακολουθούν να απαιτούν διάρκεια.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται μία από τις βαθύτερες αντιφάσεις της εποχής μας.

Επιθυμούμε επαγγελματίες με υψηλή κρίση, βαθιά γνώση και υπευθυνότητα. Ταυτόχρονα όμως δυσκολευόμαστε ολοένα περισσότερο να αποδεχθούμε τις απαιτητικές διαδρομές μέσα από τις οποίες αυτές οι ιδιότητες καλλιεργούνται.

Θέλουμε τα αποτελέσματα της μαθητείας χωρίς να ανεχόμαστε τη διάρκειά της.

Θέλουμε την ωριμότητα χωρίς την πορεία που οδηγεί σε αυτήν.

Θέλουμε την επάρκεια χωρίς το κόστος της κατάκτησής της.

Ίσως λοιπόν η κρίση που παρατηρούμε να μην είναι πρωτίστως κρίση εκπαίδευσης.

Ίσως να είναι κρίση υπομονής.

Κρίση διάρκειας.

Κρίση μιας κοινωνίας που έχει μάθει να επιταχύνει σχεδόν τα πάντα και αρχίζει να δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι ορισμένα πράγματα εξακολουθούν να απαιτούν χρόνο για να γίνουν καλά.

Επίλογος

Τι χάνει μια κοινωνία όταν χάνει την υπομονή της;

Η συζήτηση για τις πιστοποιήσεις, τα επαγγελματικά δικαιώματα ή τις εκπαιδευτικές διαδρομές είναι τελικά μόνο η επιφάνεια ενός βαθύτερου ζητήματος.

Στον πυρήνα του βρίσκεται το ερώτημα του χρόνου.

Πόσο χρόνο είναι διατεθειμένη να επενδύσει μια κοινωνία για να παράγει γνώση;

Πόσο χρόνο είναι διατεθειμένη να αφιερώσει για να διαμορφώσει επαγγελματίες με κρίση, υπευθυνότητα και ωριμότητα;

Πόσο χρόνο είναι διατεθειμένη να περιμένει πριν θεωρήσει κάποιον πραγματικά έτοιμο να αναλάβει ρόλους που επηρεάζουν τη ζωή άλλων ανθρώπων;

Οι κοινωνίες πάντοτε αναζητούσαν τρόπους να οργανώσουν αποτελεσματικότερα την εκπαίδευση, την εργασία και τους θεσμούς τους. Αυτό δεν είναι νέο. Νέο είναι ίσως το γεγονός ότι η επιτάχυνση φαίνεται να μετατρέπεται σταδιακά από μέσο σε αυτοσκοπό.

Όμως η γνώση δεν υπακούει πάντοτε στους ρυθμούς της αγοράς, της διοίκησης ή της τεχνολογίας.

Η επιστημονική συγκρότηση δεν είναι προϊόν που παράγεται κατά παραγγελία.

Η ωριμότητα δεν επιταχύνεται με διοικητικές αποφάσεις.

Η κρίση δεν αποκτάται με την απονομή ενός τίτλου.

Και η επάρκεια δεν εμφανίζεται αυτόματα τη στιγμή που εκδίδεται μια πιστοποίηση.

Όλα αυτά εξακολουθούν να απαιτούν εκείνο το στοιχείο που η σύγχρονη κουλτούρα μοιάζει να δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να ανεχθεί: τη διάρκεια.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό διακύβευμα να μην αφορά τα πτυχία, τα κολέγια ή τις διαδικασίες αναγνώρισης.

Ίσως αφορά κάτι πολύ ευρύτερο.

Το αν εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι ορισμένα πράγματα αξίζουν τον χρόνο που απαιτεί η κατάκτησή τους.

Γιατί τη στιγμή που μια κοινωνία παύει να επενδύει στη διάρκεια, δεν υποβαθμίζει μόνο την εκπαίδευσή της.

Υποβαθμίζει τα ίδια τα κριτήρια με τα οποία διακρίνει τη γνώση από την άγνοια, την επάρκεια από την ανεπάρκεια και την ουσία από την εικόνα της.

Και όταν συμβεί αυτό, το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τους επαγγελματίες ή τους θεσμούς.

Αφορά τον ίδιο τον πολιτισμό.

Διότι οι κοινωνίες δεν αποκαλύπτονται μόνο από όσα επιβραβεύουν.

Αποκαλύπτονται και από όσα παύουν να απαιτούν.

Και η πραγματική παρακμή δεν αρχίζει όταν μειώνεται η ποιότητα.

Αρχίζει όταν παύει να γίνεται αντιληπτή η διαφορά της.

Η κοινωνία των πιστοποιήσεων
Ετικέτες: